Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαογραφίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαογραφίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Μαΐου 2018

Ημερίδα στη Σούγια για την Λισό

ΙΣΤΟΡΙΚΗ, ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΡΗΤΗΣ

                                                          ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ ΣΕΛΙΝΟΥ
                                                                         
                                                                             ΔΗΜΟΣ ΚΑΝΤΑΝΟΥ -  ΣΕΛΙΝΟΥ



                                                          ΗΜΕΡΙΔΑ

                   Η Λισός και η ευρύτερη περιοχή της

    Σούγια ( Μουσείο ), Κυριακή 8 Ιουλίου 2018


                                                 ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Η Ιστορική, Λαογραφική και Αρχαιολογική Εταιρεία Κρήτης, ο Σύλλογος Επιστημόνων Σελίνου και ο Δήμος Καντάνου – Σελίνου, με τη συνδρομή του Επαγγελματικού Συλλόγου και του Πολιτιστικού Συλλόγου Σούγιας, οργανώνουν, στη Σούγια, την Κυριακή 8 Ιουλίου 2018, ημερίδα με θέμα « Η Λισός και η ευρύτερη περιοχή της » και σας προσκαλούν να την παρακολουθήσετε.

                                         Πρόγραμμα ημερίδας

8.30   Εγγραφή συνέδρων

8.45      Καλωσορίσματα από τους οργανωτές – Χαιρετισμοί


Α  ΣΥΝΕΔΡΙΑ  
 
 Προεδρείο :  Αρχόντισσα Παπαδερού και Μιχάλης Μπικάκης

9.10    Σταυρούλα Μαρκουλάκη, αρχαιολόγος, πρώην πρόεδρος της ΙΛΑΕΚ, « Η
         τοπογραφία της Λισού »

9.30    Λευτέρης Πλάτων, καθηγητής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου  Αθηνών, «  Λισός 1957 – 1960 : μια αρχαία πολιτεία αναδύεται στο φως »

10.00  Κωνσταντίνα Βενιέρη, αρχαιολόγος, « Το Κοινό των Ορείων »

10.20  Αναστασία Μαλούκου, DEA ΝΕ Φιλολογίας, « Η Αρχαία Λισσός ως
           εκπαιδευτικό πρόγραμμα στην αίθουσα διδασκαλίας »

10.40 – 11.00  Συζήτηση

11.00 – 11.30  Διάλειμμα


Β  ΣΥΝΕΔΡΙΑ 

 Προεδρείο : Λευτέρης Πλάτων και Σταυρούλα Μαρκουλάκη

11.30  Κώστας Αρχοντάκης, γιατρός, ερευνητής, « Τα Ασκληπιεία στην αρχαιότητα »

11.50    Μανόλης Μανούτσογλου, καθηγητής του Πολυτεχνείου Κρήτης, «
           Υδροχημικά   χαρακτηριστικά και γεωλογικό περιβάλλον της κρήνης του
           Ασκληπιείου της Λισού

12.20  Κώστας Ψαράκης, αρχαιολόγος, « Αναφορά σε Βυζαντινά Μνημεία του
            Νοτιοανατολικού Σελίνου »

12.40  Νεκτάριος Νικολακάκης, ιστορικός, τουρκολόγος, διδάκτωρ Εκκλησιαστικής
           Ιστορίας του ΑΠΘ, «Τα Κάτω Χωριά του Ανατολικού Σελίνου στη διάρκεια
           της  Οθωμανικής κυριαρχίας : Οι οικισμοί Μονή και Κουστογέρακο με βάση
           την  ανέκδοτη οθωμανική Απογραφή του 1650 »

13.00 – 13.20  Συζήτηση


Γ  ΣΥΝΕΔΡΙΑ

  Προεδρείο : Λουκάς Μπασιάς και Μανόλης Μανούτσογλου

18.30    Νανά ( Ιωάννα ) Χαλκιαδάκη – Μπασιά, φιλόλογος, « Πώς είδαν το Σέλινο και  τι είδαν στο Σέλινο, κατά καιρούς, ξένοι περιηγητές »

18.50    Αρχόντισσα Παπαδερού – Ναναδάκη, φιλόλογος, αντιπρόεδρος, τέως
            πρόεδρος, της ΙΛΑΕΚ, « Η Σούγια στα νεότερα χρόνια »

19.10    Ευτύχης Κορκίδης, ιστορικός και λαογραφικός ερευνητής, « Έθιμα και
           παραδόσεις στο Νοτιοανατολικό Σέλινο »

19.30    Αλέξανδρος Κ. Παπαδερός, διδάκτωρ Φιλοσοφίας, αντιπρόεδρος της
            Εταιρείας Κρητικών Σπουδών – Ιδρύματος Καψωμένου,  « Το πανηγύρι του
           Αγίου Κηρύκου και της μητρός αυτού Ιουλίτης »

19.50 – 20.10  Συζήτηση


20. 10 – 21.10   ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ  « Το παρόν και το μέλλον
            της Λισού », με συντονιστή τον Κώστα Μουτζούρη, πρόεδρο της ΙΛΑΕΚ.

             Θα κληθούν να συμμετάσχουν οι Φορείς που εμπλέκονται :

Η Περιφερειακή Ενότητα Χανίων

Ο Δήμος Καντάνου – Σελίνου

Η Εφορεία Αρχαιοτήτων Χανίων

Το Πολυτεχνείο Κρήτης

Το Δασαρχείο Χανίων

Το Λιμενικό Ταμείο

Ο Σύλλογος Επιστημόνων Σελίνου

Η Εταιρεία Σέλινο Α. Ε.

Οι Πολιτιστικοί Σύλλογοι της περιοχής

Ο Σύλλογος Σελινιωτών Αττικής

Η Μαρία  Ανδρεαδάκη Βλαζάκη, γενική γραμματέας του Υπουργείου Πολιτισμού

21.10 – 21.20  Απολογισμός  - ( Από ) Χαιρετισμοί


 Οργανωτική Επιτροπή

Κώστας Μουτζούρης, πρόεδρος της ΙΛΑΕΚ
Αρχόντισσα Παπαδερού, αντιπρόεδρος της ΙΛΑΕΚ
Σούλα Ζώτου, εκπρόσωπος της Περιφερειακής Ενότητας Χανίων
Νίκος Φιωτοδημητράκης, αντιδήμαρχος Καντάνου  -  Σελίνου
Μιχάλης Μπικάκης, αντιδήμαρχος Καντάνου  -  Σελίνου
Λουκάς Μπασιάς, πρόεδρος του Συλλόγου Επιστημόνων Σελίνου
Μαριάννα Καβρουλάκη, ανεξάρτητη ερευνήτρια, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΙΛΑΕΚ
Αντώνης Κοσμαδάκης, πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Σούγιας





για τη ΙΛΑΕΚ      για τον Σύλλογο Επιστημόνων   για τον Δήμο Καντάνου – Σελίνου



      ο πρόεδρος                            ο πρόεδρος                                ο δήμαρχος





Κώστας Μουτζούρης            Λουκάς Μπασιάς                       Αντώνης Περάκης

Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2018

Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ κ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΩΝ. ΣΕΙΡΑΔΑΚΗ

ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΤΩΝ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣΕΛΙΝΙΩΤΩΝ 
«ΤΟ ΨΗΛΑΦΙ»


Σ.Σ. Δημοσιεύουμε σήμερα την ομιλία που έκαμε ο κ. Δημ. Κων. Σειραδάκης, στις 21/12/2017, κατά την παρουσίαση του ημερολογίου του έτους 2018, που εξέδωσε ο Πολιτιστικός Σύλλογος των Απανταχού Ανατολικοσελινιωτών «Το Ψηλάφι».
Ο ομιλητής υπό το κράτος άκρας συναισθηματικής φόρτισης, αφού και ο ίδιος, αν και παιδί, ήταν παρών στο περιστατικό που περιέγραψε, διηγήθηκε την τραγική περιπέτεια και τον θανάσιμο κίνδυνο που πέρασαν τα γυναικόπαιδα του Λιβαδά κατά την πυρπόληση του χωριού από τους Γερμανούς, στις 29 και 30 Σεπτεμβρίου 1943.
Η εφημερίδα μας εκφράζει την έκπληξη και την απορία της πώς έμεινε στην αφάνεια ένα τόσο συγκλονιστικό περιστατικό, όπως αυτό που περιγράφει ο κ. Σειραδάκης. Ένα περιστατικό που είναι άγνωστο στους πολλούς, που ηθελημένα ή αθέλητα είναι αποσιωπημένο και επισκιασμένο από άλλα ήσσονος ίσως σημασίας περιστατικά. Πώς, αλήθεια, αφήνουμε να καλύπτονται από τη σιωπή και τη λήθη τέτοιες τραγικές σελίδες της ιστορίας μας;
 Θέλουμε ακόμη να σημειώσουμε την επισήμανση που κάνουν διαπρεπείς νομικοί κύκλοι οι οποίοι τονίζουν ότι « σύμφωνα με τους κανόνες του Διεθνούς Ποινικού Δικαίου η εκ μέρους ενός πάνοπλου κατακτητή άσκηση αφόρητης ψυχολογικής πίεσης με την απειλή άμεσου και ομαδικού θανάτου και η κατατρομοκράτηση αθώων γυναικόπαιδων τα οποία εξ αντικειμένου ήταν αδύνατον να αντιδράσουν και να αμυνθούν, αποτελεί όχι απλά έγκλημα πολέμου αλλά έγκλημα κατά της ανθρωπότητας».
Η ομιλία του κ. Σειραδάκη έχει ως εξής:
Αιδεσιμότατε, κύριε Δήμαρχε του Δήμου Χανίων, κύριε Δήμαρχε του Δήμου Καντάνου Σελίνου, κ. Πρόεδρε του Εκπολιτιστικού Συλλόγου των Απανταχού Ανατολικοσελινιωτών «Το Ψηλάφι», φίλοι Σελινιώτες, Κυρίες και Κύριοι,
Μόλις χθες το απόγευμα είχα τη χαρά να πάρω στα χέρια μου το ημερολόγιο του 2018, που εξέδωσε ο Πολιτιστικός Σύλλογος των Απανταχού Ανατολικοσελινιωτών «Το Ψηλάφι». Μόλις γύρισα το πρώτο φύλλο του ημερολογίου ένιωσα μια ευχάριστη έκπληξη γιατί αντίκρισα μια εξαιρετική φωτογραφία της ομάδας του ριζίτικου τραγουδιού του Συλλόγου. Πρόσωπα σοβαρά και στεγνά, μορφές με δωρική αυστηρότητα και σοβαρότητα, που δένουν αρμονικά με το αυστηρό τοπίο της σελινιώτικης Μαδάρας. Μου φάνηκε πως από στιγμή σε στιγμή θα αρχίσουν να τραγουδάνε «Τα Αγρίμια» ή κάποιο άλλο ριζίτικο και ετοιμάστηκα και εγώ να συνοδέψω το τραγούδι.
Η ευχάριστη έκπληξή μου συνεχίστηκε και στα επόμενα φύλλα, όπου απεικονίζονται τα κυριότερα Μνημεία του Ανατολικού Σελίνου στα οποία είναι συμπυκνωμένη όλη η ιστορία της περιοχής. Τέσσερα Μνημεία που μιλούν με τη σιωπή και την αυστηρότητά τους για τους αγώνες και τις θυσίες των κατοίκων της περιοχής για ελευθερία και δικαιοσύνη.
Τέλος, στα δύο τελευταία φύλλα είδα με πολλή χαρά δύο καταπληκτικές φωτογραφίες της Μαδάρας: Η μία από την κορυφή «Ψηλάφι» και η άλλη από το «Σελί της Πέτρας» Σε αυτές απεικονίζεται όλη η ομορφιά και το μεγαλείο της Μαδάρας, με τα γκρεμνά και τα ρουμάνια της, με τις νεροσυρμές και τα φαράγγια, με τους πρίνους και τα κυπαρίσσια, με τα αγρίμια και τα φουριάρικα, με τα χιόνια και την κατσιφάρα της.
Στις κακοτράχαλες πλαγιές αυτής της Μαδάρας είναι χτισμένα τα χωριά του Ανατολικού Σελίνου, ορεινά και απροσπέλαστα, αληθινές αετοφωλιές και από τη φύση τους ορεινά και δυσπρόσιτα. Σε αυτήν λοιπόν, την κακοτράχαλη γωνιά της Μαδάρας μια φούχτα ανθρώπων ζει, δουλεύει και προ πάντων πολεμά, γράφοντας αιώνες τώρα τη δική τους ιστορία. Και δεν είναι υπερβολή να πω πως αυτό το αυστηρό τοπίο, αυτή η φύση η άγρια και απροσπέλαστη, επέδρασε καταλυτικά πάνω στο χαραχτήρα των κατοίκων της περιοχής και δημιούργησε έναν ξεχωριστό, θα έλεγα, τύπο ανθρώπου, τον τύπο του Ορεινού Σελινιώτη, που είναι ένα ιδιότυπο μείγμα άγριου επαναστάτη και πολεμιστή μα και πρωτοπόρου στα έργα του φωτός και του πολιτισμού. Έναν τύπο που πολλές φορές έβαλε «τον Μπέτη του Σημάδι», όπως λέμε, ενάντια στους κάθε λογής επιδρομείς, που θέλησαν να πατήσουν τούτο «Το Αλωνάκι», όπως έλεγε και το Μεσολόγγι ο Διονύσιος Σολωμός.
Μια σελίδα από τους αγώνες τούτου του τόπου, ένα συγκλονιστικό περιστατικό της σύγχρονης ιστορίας του, στο οποίο υπήρξα αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας, παρά τη μικρή ηλικία μου, θα ήθελα να σας διηγηθώ με πολλή συντομία, αν έχω την ανοχή και την υπομονή σας.
Στο χωριό μου, το Λιβαδά του Ανατολικού Σελίνου, πάνω από την κεντρική πλατεία του χωριού και το δρόμο που οδηγεί προς Κουστογέρακο, υπάρχει και σήμερα ακόμη ένα ερειπωμένο κτίσμα, γνωστό με το όνομα «Το Τηλέφωνο». Ονομάστηκε έτσι γιατί σε αυτό ήταν εγκαταστημένο προπολεμικά το μοναδικό τηλέφωνο του χωριού. Το Τηλέφωνο απόχτησε μια ιδιαίτερη ιστορική και τραγική διάσταση γιατί μέσα σ’ αυτό στις 29 και 30/9/1943 οι Γερμανοί φυλάκισαν, χωρίς νερό και τροφή, τα γυναικόπαιδα του Λιβαδά και τα απειλούσαν με ομαδική εκτέλεση δι’ αεροπορικού βομβαρδισμού, ενώ πυρπολούσαν και ξεθεμέλιωναν το χωριό. Έλεγαν λοιπόν στα γυναικόπαιδα: «Εδώ θα σας εκτελέσουμε όλες μαζί. Θα καλέσουμε ένα αεροπλάνο να ρίξει μια βόμβα στο σπίτι να πεθάνετε όλες μαζί».
Στον ουρανό των Τριών Χωριών περιπολούσαν συνεχώς σμήνος γερμανικών αεροπλάνων κάθετης εφόρμησης, τα περίφημα Στούκας, τα οποία, σαν δαίμονες της κόλασης, ορμούσαν σαν γεράκια προς τα κάτω και σκορπούσαν τον τρόμο και το θανατικό. Κάποια στιγμή ο δαιμονικός θόρυβος των Στούκας, συνοδευόμενος μάλιστα και από τα εφιαλτικά σφυρίγματα των σειρήνων τους, έγινε εντονότερος και ολοένα πλησίαζε προς το «Τηλέφωνο».
Οι γυναίκες, φοβούμενες ότι από στιγμή σε στιγμή έφθανε το τέλος τους, άρχισαν να ασπάζονται η μία την άλλη και κινούμενες ίσως από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, όρμησαν όλες μαζί προς την «λεμπάρτα» που οδηγούσε στο ισόγειο του τηλεφωνείου, παρασύροντας μαζί και τα παιδιά τους. Ο Γερμανός φρουρός που φρουρούσε το βορινό παράθυρο του ισογείου είδε αυτήν την απεγνωσμένη κίνηση των γυναικόπαιδων και είναι άγνωστο τι σκέφτηκε. Είναι πιθανόν να την θεώρησε ως απόπειρα ομαδικής απόδρασης και έριξε «στο ψαχνό». Από τα πυρά του σκοτώθηκε επί τόπου η 14χρονη Αμαλία Νικ. Τσουρή και τραυματίστηκε θανάσιμα η 16χρονη Μαίρη Χαρ. Σειραδάκη, την οποία στη συνέχεια οι Γερμανοί εξετέλεσαν πυροβολώντας την εξ επαφής στην πλατεία της Κείθε Βρύσης.
Πανικόβλητα τα γυναικόπαιδα, μπροστά στη νέα αυτή απειλή γύρισαν πάλι πίσω και από την ίδια «λεμπάρτα» ανέβηκαν πάλι στον 1ο όροφο του τηλεφωνείου, όπου μέτρησαν τις πληγές τους.
Θέλω να επισημάνω πως το όπλο με το οποίο πυροβολούσε τα γυναικόπαιδα ο Γερμανός φρουρός ήταν επαναληπτικό και όχι αυτόματο. Εύκολα καταλαβαίνει κανείς τι θα γινόταν αν έριχνε στο σωρό με αυτόματο όπλο. Και δεν ξέρω, αλήθεια, τι σκέφτηκε και αν τον έπιασε «το πονόψυχό του» και δεν πυροβολούσε ταχύτατα γιατί οι Γερμανοί δεν μας είχαν συνηθίσει σε τέτοιες ευαισθησίες. Το αντίθετο μάλιστα…
Παρεμπιπτόντως θα ήθελα να αναφέρω ότι παρόμοια απειλή ξαναχρησιμοποίησαν οι Γερμανοί και την επομένη, όταν οδηγούσαν τα γυναικόπαιδα του Λιβαδά στη Σούγια και από εκεί στις φυλακές της Αγιάς, με τελικό προορισμό το κολαστήριο του Νταχάου. Στη θέση λοιπόν «Κουτρουλού Κερατές» απείλησαν πάλι τα γυναικόπαιδα ότι αν δουν το παραμικρό θα τα βάλουν μέσα στο δάσος «Μαχιά» και θα τα κάψουν ζωντανά.
Συνεπεία όλων αυτών των τραγικών γεγονότων που διαδραματίστηκαν στο κτήριο αυτό, «Το Τηλέφωνο» απόχτησε μια ιδιαίτερη ιστορική και δραματική σημασία και διάσταση και έμεινε στη μνήμη των ντόπιων και όχι μόνον, ως εμβληματικό τοπωνύμιο, σύμβολο θυσίας και μαρτυρίου των κατοίκων της περιοχής.
Η συνέχεια του παραπάνω περιστατικού είναι, όπως θα διαπιστώσετε, χαρακτηριστική και διαδραματίζεται στο χωριό μου, το Λιβαδά μετά την απελευθέρωση.
Το σπίτι αυτό «το Τηλέφωνο» ήταν και είναι δικό μας. Πριν από 25 περίπου χρόνια ήλθε στο Λιβαδά ένας Γερμανός τουρίστας ο οποίος ήθελε να αγοράσει ένα σπίτι στο χωριό μας. Η προτίμησή του μάλιστα ήταν να αγοράσει ένα σπίτι ερείπιο από τον πόλεμο, για να το διαμορφώσει, λέει, στη συνέχεια όπως εκείνος ήθελε. Περνώντας λοιπόν, κάτω από το πατρικό μου σπίτι είδε το μισογκρεμισμένο ιστορικό «Τηλέφωνο». Ψάχνοντας και ρωτώντας έμαθε πως ιδιοκτήτες του ερείπιου ήμασταν εγώ και τα αδέλφια μου. Απευθύνθηκε σε έναν, ας πούμε μεσίτη, από τον οποίο ζήτησε να βρει εμένα και να μου ζητήσει να του πουλήσω το ερείπιο.
Πράγματι ήλθε σε μένα ο κατά τα άλλα φίλος και περιχαρής μου ανακοίνωσε ότι ένας Γερμανός θέλει να αγοράσει το ερειπωμένο «Τηλέφωνο». Μάλιστα μου ανακοίνωσε ότι ο αγοραστής ήταν διατεθειμένος να πληρώσει έξι και ενδεχομένως επτά εκατομμύρια δραχμές (τότε ήταν οι δραχμές) Ήταν μάλιστα χαρούμενος γιατί προφανώς θεωρούσε σίγουρη την πώληση και πιθανόν να ανέμενε ότι κάποιο όφελος θα έβγαινε και γι’ αυτόν. Βλέπετε, ήταν η εποχή του εύκολου και γρήγορου κέρδους στο βωμό του οποίου όλα γίνονταν θυσία.
Παρά την ομολογουμένως δελεαστική πρόταση εγώ χωρίς τον ελάχιστο δισταγμό απάντησα με ένα ξερό «όχι». Εμβρόντητος ο συνομιλητής μου με ρωτά «γιατί» Η απάντησή μου ήταν: «Πες στον φίλο σου πως στα χαλάσματα αυτού του ερειπίου κρύβεται πολύ αίμα, πολύς πόνος και πολλά δάκρυα. Και ανάμεσα σ’ αυτά είναι και τα δικά μου δάκρυα και δεν τα πουλάω».
 Ο συνομιλητής μου έμεινε για λίγο βουβός και με θυμωμένο ύφος μου απαντά: «Συγγνώμη, Δάσκαλε, αλλά είσαι μεγάλο κορόιδο».
Αυτή η τελευταία φράση συμπυκνώνει μέσα της μια νοσηρή αντίληψη ότι στο βωμό του γρήγορου και εύκολου κέρδους όλα πωλούνται, όλα εξωνούνται, όλα στο σφυρί, ακόμη και τα Ιερά και τα Όσιά μας.


Ευχαριστώ πολύ για την υπομονή σας.



Εικόνα 1:Το ερειπωμένο σπίτι του «Τηλεφώνου». Τόπος μαρτυρίου και θυσίας των γυναικόπαιδων του Λιβαδά στις 29 και 30/09/1943. Εδώ σκοτώθηκε  από τους Γερμανούς η Αμαλία Ν. Τσουρή 14  χρονών και τραυματίστηκε θανάσιμα η Μαίρη Χ. Σειραδάκη.


Εικόνα 2: Το βορινό παράθυρο του ισογείου του "Τηλεφώνου" φραγμένο με κλαδιά. Απ' αυτό ο γερμανός φρουρός πυροβόλησε κατά των εγκλείστων γυναικόπαιδων του Λιβαδά στις 30/09/1943.

Δημοσιεύεται το κείμενο, όπως είχε δημοσιευθεί και στην εφημερίδα ΤΑ ΣΕΛΙΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ


Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

Ομιλία του Λ. Μπασιά στην παρουσίαση του ημερολογίου του συλλόγου «Ψηλάφι», που έγινε στις 21-12-2017.




Εχουμε σήμερα τη χαρά να παρευρισκόμαστε στην παρουσίαση του ημερολογίου του έτους 2018 που εξέδωσε  ο Πολιτιστικός σύλλογος των απανταχού Ανατολικοσελινιωτών το «Ψηλάφι.
Είναι μια από τις πρώτες ενέργειες του νέου διοικητικού συμβουλίου του συλλόγου και του ευχόμαστε να παίρνει πάντα πρωτοβουλίες για την προβολή και την πρόοδο της περιοχής .
Στο ημερολόγιο αυτό αρχικά γίνεται παρουσίαση της ομάδας του Ριζίτικου τραγουδιού  του συλλόγου. Μιας ομάδας καλλίφωνων ατόμων  που αναβιώνουν τα ριζίτικα, καλλιεργώντας έτσι την παράδοση, για τη δική μας και τις επόμενες γενιές. Τα ριζίτικα τραγούδια έχουν μακρά ιστορία και καλύπτουν πολλούς τομείς της έκφρασης του λαού. Πρόκειται για τραγούδια  ηρωικά, επαναστατικά,  ιστορικά,  της ξενιτιάς, της αγάπης και άλλα,  που λέγονται σε  γάμους, σε  γιορτές, σε βαπτίσεις και σε γλέντια γενικά.
Η ομάδα αυτή του ριζίτικου του συλλόγου,  αντιπροσωπεύει την περιοχή του Ανατολικού Σελίνου σε πλείστες εκδηλώσεις και η εικόνα που δίδει πάντα είναι άριστη.
Γίνεται  επίσης παρουσίαση  της περιοχής του Ανατολικού Σελίνου μέσα από λίγες αλλά αντιπροσωπευτικές  και πανοραμικές φωτογραφίες  που δείχνουν τη μορφολογία, την ιδιαιτερότητα  και την ομορφιά της περιοχής .
Τέλος γίνεται παρουσίαση μνημείων που έχουν κατασκευαστεί για να τιμηθούν  πεσόντες κάτοικοι  στους αγώνες για την ελευθερία, σε διάφορες ιστορικές περιόδους.
Τα μνημεία αυτά εξωτερικεύουν την έννοια της φιλοπατρίας, προβάλλουν τα στοιχεία των υψηλών πατριωτικών πράξεων  και αποτελούν μια εκδήλωση επαίνου και  δόξας, που οφείλουμε στη μνήμη αυτών, που αγωνίστηκαν και έπεσαν για την πατρίδα.
Ο Σύλλογος λοιπόν μέσω αυτών, αναφέρεται σε ιστορικές στιγμές, που σηματοδοτούν την ιστορία της περιοχής του Ανατολικού Σελίνου και της εξέλιξης της  και μας ταξιδεύουν  στις ρίζες της ιστορίας μας και της μνήμης μας. Γινόμαστε γνώστες της τοπικής μας ιστορίας, που είναι ένα ενοποιητικό στοιχείο για όλους εμάς που καταγόμαστε από την περιοχή. Με τον τρόπο αυτό διαμορφώνεται στον καθένα, ατομική συνείδηση και μέσω της συνεργασίας και της αλληλεπίδρασης παράγεται η συλλογική συνείδηση της περιοχής, που συντελεί στην τοπική ανάπτυξη.
Το Σέλινο έχει γράψει τη δική του ιστορία στο πέρασμα των αιώνων, μια ιστορία γεμάτη αγώνες, θυσίες  και ηρωισμό. Τα χώματά του,  ποτίστηκαν στο παρελθόν με τη σοφία και το αίμα των προγόνων μας. Κάθε εποχή έχει τη σφραγίδα του παρελθόντος και κάθε εποχή οικοδομείται πάνω στην πείρα του παρελθόντος. 
Το να ξεχνάμε το παρελθόν αποτελεί μεγάλη απειλή για τον τόπο μας, σε μια εποχή που μεγάλοι και δυνατοί, μη μπορώντας να διαγράψουν την ιστορία μας  την ξαναγράφουν.
Θέλοντας να συμβάλουμε στη διατήρηση  της ιστορικής μνήμης που αφορά το Ανατολικό Σέλινο και σύμφωνα με το πρόγραμμα της σημερινής εκδήλωσης,  που προβλέπει  και  σύντομη ιστορική ομιλία, θα γίνει λόγος στη συνέχεια  σε γεγονότα που συνέβησαν σε μια κρίσιμη περίοδο, όταν η Κρήτη βρισκόταν κάτω από τον Τουρκικό ζυγό. Συγκεκριμένα  θα γίνει αναφορά  στην εξόντωση μερικών μελών της φοβερής  και τρομερής οικογένειας των γενίτσαρων Βεργέρηδων,  που ζούσαν στο Σέλινο και μας είναι γνωστές (1).

Πριν όμως αναφερθούμε σχετικά, ας δούμε τι συνέβαινε γενικά στο Σέλινο,  με τους γενίτσαρους , που ζούσαν εκεί.
Ο ιστορικός Μουρέλλος γράφει πως οι φοβερότεροι γενίτσαροι  της Κρήτης ήταν οι Σελινιώτες, που δεν είχαν κανένα φραγμό στην αγριότητα τους. Επίσης (2) ότι ο λαός του Σελίνου υπόφερε φρικτά από τη σκληρότητα των γενιτσάρων του, γιατί τον μεταχειρίζονταν  σαν δούλο και σκλάβο πραγματικό. Ηταν πάντα αγγαρεμένος για τις δικές τους δουλειές  και πάντα υποχρεωμένος να ανέχεται αδιαμαρτύρητα κάθε πίεση τους και κάθε αγριότητα τους. Οι Βεργέρηδες, οι Καούρηδες, οι Τζινιαλήδες, οι Βεντούρηδες, οι Μεμένηδες, οι Τζεμβρέμηδες κι’ άλλοι αναρίθμητοι  γενίτσαροι,  σε κάθε χωριό  πέντε  δέκα, ήσαν οι βασανιστές εκείνων, που μπόρεσαν παρά τα φρικτά μαρτύρια των να παραμείνουν ακόμα χριστιανοί κάτω από μια υπεράνθρωπη και τραγική εγκαρτέρηση.
Το Σέλινο εκτός απ’ αυτούς είχε κι’ άλλους τρομερούς γενιτσάρους. Το Βεκιαλαγασή Πελεκάνο, πούχε πάντα αγγαρεμένους διακόσους χριστιανούς για τις δουλειές του, τον Αζίζ Κιαούρη, που σκότωσε ένας Αλβανός ύστερα από διαταγή του Μουσταφά πασά. Τους Τόρηδες, τους Τσούνηδες, τους Μαεστρίδες κι’ άλλους.
Αλλά και ο ιστορικός Ψιλάκης  γράφει (3)  σχετικά για τα φοβερότερα του κόσμου ανθρωπόμορφα τέρατα που ζούσαν στην επαρχία Σελίνου. Πάρα πολλοί από αυτούς  ήταν εξωμότες, δηλαδή είχαν αλλαξοπιστήσει  και τερατουργούσαν  και οργίαζαν με πολλούς τρόπους και καταβασάνιζαν και αποδεκάτιζαν συνεχώς το Χριστιανικό πληθυσμό.
Επίσης κάνει λόγο  για τις παραπάνω αναφερθείσες τουρκικές οικογένειες,  πως ήταν, όπως και άλλες, ενετικής προελεύσεως. Αυτοί δεν εξερχόντουσαν, όπως έκαναν παλιά, από τους παλαιούς πύργους των, για να επιθεωρήσουν σαν τιμαριούχοι τα κτήματα τους και τις εργασίες σε αυτά, αλλά σαν θηρία από τις φωλιές τους για να σκοτώσουν. Περιβόητος παραμένει υπάρχον ακόμη  ο πύργος στην Παλαιόχωρα του   Τζιναλή, καθώς και των φοβερών και τρομερών Βεργέρηδων.

1)Πρώτη περίπτωση (4) εξόντωσης  Βέργερη που μας είναι γνωστή,  είναι αυτή που έγινε από τον Θοδωρομανώλη. Ο Μανώλης Θεοδωράκης η Μαραγκάκης κάποια μέρα του Μαρτίου του 1817 μετέβαινε από τον Ομαλό στο σπίτι του στο Επανοχώρι, στη συνοικία Μαραγγιανά. Κοντά στο σπίτι του συνάντησε τον Εμίν Αγά Βέργερη, η οικογένεια του οποίου, όπως προαναφέρθηκε, ήταν εξωμότες από τους Ενετούς. Το σχετικό τραγούδι που γράφτηκε (5) λέει:
 «Σα θέλετε να μάθετε τσι πράξεις του Βεργέρη
ήτονε σκύλος και φονιάς κι άλλον δεν είχε ταίρι.
Μέρα και νύχτα τσι Ρωμιούς ούλους εζύγωνέν τσι
κι έπιανε  και τσι χρισιανές κι εξεμασκάρωνεν τσι.
Εκανε κι άλλα πράγματα πολλά κακά μεγάλα,
τα σέρνανε οι χρισιανοί ήταν μεγάλο πράμα.»

Ο Βέργερης τον κάλεσε να πάει το βράδυ στη συνοικία Ζουρίδω, μαζί με τη λύρα του και να φέρει μαζί του τις ξαδέλφες του και τη χήρα  κουνιάδα του, για να διασκεδάσουν.
Ο Θεοδωράκης αρνήθηκε αλλά ο Βέργερης επέμενε.
Μπροστά στην επιμονή του, το βράδυ πήρε το όπλο του και τη λύρα του και πήγε στο σπίτι που του είπε να πάει ο Βέργερης, αφού όμως πρώτα έκρυψε  το όπλο του  σε κοντινό σημείο.  Το θέαμα που αντίκριζε ο επισκέπτης ήταν σπαρακτικό. Εστρωναν στις σανίδες του πατώματος του σπιτιού  ψαρές και ρόβι και έβαζαν τις γυναίκες να χορεύουν πάνω, έτσι ώστε να γλιστρούν όταν χόρευαν  και  να πέφτουν κάτω. Το θέαμα αυτό αρέσκοντο να το παρακολουθούν και οι άλλοι γενίτσαροι που μαζεύονταν και αυτοί στο σπίτι.
Αφού έγινε το γλέντι την ημέρα εκείνη και διασκέδασε   ο Βέργερης,  κάποια στιγμή έφυγε για να κοιμηθεί. Τότε όμως ο Θοδωρομανώλης πήρε το όπλο του, ανέβηκε πάνω σε μια συκιά και ενώ περνούσε από κάτω ο αγάς τον πυροβόλησε και τον σκότωσε. Ακολούθως έφυγε για τα βουνά.
Ο φόνος του αγά προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στην περιοχή.
Οι Τούρκοι για να εξαναγκάσουν τον Θοδωρομανώλη να παραδοθεί συνέλαβαν συγγενείς του και τους έκλεισαν στη φυλακή. Ετσι αναγκάστηκε να αφήσει τα βουνά και να συναντήσει τους Τούρκους που τον καταδίωκαν. Η παράδοση έγινε  στην περιοχή Κακές Πλευρές. 
Τον μετέφεραν στα Χανιά και τον ανέκριναν, όπου και ομολόγησε την πράξη του. Οι γενίτσαροι σαν θηρία ζητούσαν από τον πασά  να τον κρεμάσει αμέσως.   Ο πασάς, που βρισκόταν σε κόντρα με αυτούς,  προσπαθούσε να μην το κάνει, αλλά οι γενίτσαροι απειλούσαν πως θα δημιουργήσουν μεγάλη ταραχή στην πόλη. Μετά από αυτό, τον κρέμασαν και το σώμα του, αφού το έδεσαν στην ουρά ενός αλόγου, το έσερναν επί τρείς ημέρες στους δρόμους της πόλης των Χανίων. Στο τέλος πήραν ότι απέμεινε και το πέταξαν έξω από τα τείχη της πόλης. Μετά από ενέργειες του Επισκόπου το σώμα ετάφη στο νεκροταφείο του Αγίου Λουκά.  Αργότερα, η τύχη το έφερε ο γιός του Θοδωρομανώλη αλλά και συγγενείς του να εκδικηθούν το  θάνατο του δικού τους ανθρώπου,  στις επαναστάσεις και τους αγώνες που ακολούθησαν (6).

2)Άλλη εξόντωση  Βέργερη έγινε από τον Αντώνιο Γιώργιακα . Πρόκειται για τον Μεχμέτ Βέργερη , που καταγόταν από το χωριό Αγία Ειρήνη (13).
Αυτός μια μέρα ειδοποίησε τον Αντώνιο Γεώργιακα που ήταν από το ίδιο χωριό, να πάει στο χορό που διοργάνωνε,  μαζί με γυναίκες. Επειδή  αυτός δεν υπάκουσε,  του έστειλε πρόσκληση με ένα φυσέκι, που σημαίνει ότι αν δεν πάει θα τον σκοτώσει.
Ο Γιώργιακας  του απάντησε στέλνοντας του δύο φυσέκια.  Αυτό αποτελούσε μεγάλη ύβρη για ένα γενίτσαρο. Και επειδή πλέον δεν μπορούσε να παραμείνει στο χωριό, πήρε το όπλο του και έφυγε στα βουνά.
Ο Μεχμέτ Βέργερης  μετά από μέρες έφυγε στα Χανιά για να αγοράσει διάφορα πράγματα και λίγο αργότερα επέστρεφε πίσω στο Σέλινο. Ο Γιώργιακας καραδοκούσε στη διαδρομή του και τον περίμενε να γυρίσει. Και όταν ο Βέργερης, μαζί με ένα μαύρο που είχε για βοηθό του, βρισκόταν στην περιοχή μεταξύ Φώκαις και Νερατζόπορα, κοντά στον Ομαλό, τον πυροβόλησε και τον σκότωσε.
Στη  συνέχεια εξαφανίστηκε  από την περιοχή. Όμως   οι Τούρκοι τον βρήκαν.  Το τέλος του Γιώργιακα ήταν να τον περικυκλώσουν οι Βεργέρηδες  στα Λευκά όρη και να τον θανατώσουν. Το σχετικό τραγούδι που γράφτηκε λέει (7):
«Τρείς μαχαιριές του δώκανε οι Βέργεροι  ’ς τον μπέτη
Ετσά του το  ’χε η μοίραν του γραφτό και κισιμέτι
Δυο μπαλωθιές του ρίχνουνε πάνω σε μια την άλλη
Κι ύστερις τον εσφάξανε, δεν είχε μπλιό κεφάλι. (8)»

3)Παρόμοιο περιστατικό συνέβη και από άλλο Βέργερη στην περιοχή του χωριού Πρινές,  λίγο πριν το 1821. Τότε αυτός ο Βέργερης, σύμφωνα με τον ιστορικό Ψιλάκη,  σκοτώθηκε από τον Ιωάννη Χαλακατέβα, γιατί είχε προσβάλει αισχρά την τιμή της νεόνυμφου συζύγου του. Για το αν σκότωσαν τον Ιωάννη Χαλακατέβα η όχι οι Τούρκοι, δεν μπορέσαμε να βρούμε στοιχεία.

4)Αλλη περίπτωση εξόντωσης Βέργερη έγινε από τον Αντώνιο Μπασιά. Αυτός γεννήθηκε στο Επανωχώρι Σελίνου. Ηταν απόγονος  του Σταμάτη Μπασιά, που έδρασε και θυσιάστηκε στην επανάσταση του Δασκαλογιάννη.
Από εγκυκλοπαίδειες, όπως «Η Μεγάλη Ελληνική εγκυκλοπαίδεια» κτλ, αλλά και άλλες πηγές, προκύπτουν τα εξής:
Ο Αντώνιος Μπασιάς έγινε αρματολός και έδρασε κυρίως από το 1800-1817. Μια ημέρα του έτους 1800 συνάντησε στο δρόμο δυο γενιτσάρους,  που πολύ συχνά βασάνιζαν τους Χριστιανούς συμπατριώτες του, οι οποίοι ηθέλησαν να τον αγγαρεύσουν, αλλά αυτός αρνήθηκε. Τότε  οι Τούρκοι εξαγριώθηκαν, εκείνος όμως με το ραβδί του σκότωσε τον ένα  και με αστραπιαία κίνηση επήρε την πιστόλα του σκοτωμένου Τούρκου και σκότωσε και τον άλλο. Μετά από αυτό κατέφυγε στη Μαδάρα και έγινε αρματολός. Τέθηκε επικεφαλής σε μια, μεγάλου αριθμού σε άνδρες, ομάδα Σελινιωτών και τρομοκρατούσε εκείνους τους Τούρκους του Σελίνου που καταβασάνιζαν τους συμπατριώτες του.
Ο ίδιος εξόντωσε και τον ένα από τους τρείς φοβερούς αδελφούς Βεργέρηδες (9) που είχαν προκαλέσει πλείστα δεινά στους Χριστιανούς.
Το 1810 μετέβη στον Ομαλό και σκότωσε το Βέργερη Κανίγο, αφήσας το πρωτοπαλίκαρο του με τους υπόλοιπους των ανδρών του στη θέση Αποπηγάδι. Οι Τούρκοι κατά την απουσία  του επετέθησαν κατά των ανδρών του και σκότωσαν  το πρωτοπαλίκαρό του.
Το σχετικό τραγούδι (10) λέει:
«Εδά ν' απάνω στ' Ομαλό, πέρα στον πέρα γύρο
να φάη και το Βέργερη τον άτιμο Κανίγο.
Ξανίγη, πάω, λέειν' του, πιάσε συ το κουμάντο,
κάμε διαφέντεψη καλή, μαζί με το Μπονάτο.
Γκάβγω γώ δα στον Ομαλό. Σκοπό 'χω να ξεκάμω
Κανίγο και Μεντόναγα τουτονά πάω να κάμω! »
Ο Αντώνης Μπασιάς (11) έπεσε σε τουρκική ενέδρα το 1817 και τον σκότωσαν.

5) Πέμπτη περίπτωση εξόντωσης Βέργερη (12) στο Σέλινο έγινε από τον Καλογερογιάννη. Ο ιστορικός  Μουρέλλος γράφει πως η ιστορία κι’ η παράδοση εκράτησε δυστυχώς πολύ λίγα ονόματα από τους ηρωικούς χαϊνηδες’,   μα μέσα σ’ αυτά,  εξαιρετική θέση έχουν οι Καλογεράκηδες και πιο πολύ ο Καλογερογιάννης. Αυτός κι’ οι αδελφοί του,  είχαν στρέψει όλο το μίσος τους και την εκδίκηση τους στους αγριότερους και φοβερότερους γενιτσάρους της Κρήτης, τους Σελινιώτες, που δεν είχαν κανένα φραγμό στην αγριότητα τους.
Καλογεράκηδες ζούσαν τότε και στη Σαμαριά των Σφακίων. Ενας από αυτούς, ο Καλογερογιάννης, εξορμούσε από εκεί και καταδίωκε τους γενιτσάρους, που ζούσαν εκατέρωθεν του φαραγγιού στης Σαμαριάς , δηλαδή στα Σφακιά και στο Σέλινο.
Επειδή στο Σέλινο τότε δρούσε ένας Βέργερης, που ήταν ονομαστός για την αγριότητα του, αναγκάστηκε ο Καλογερογιάννης να του γράψει να σταματήσει  τη δράση του, γιατί διαφορετικά με κάθε τρόπο θα σταματούσε τη θηριώδη και κτηνώδη διαγωγή του. Ο  Βέργερης του απάντησε να κατέβη από το βουνό και να πάει στο σπίτι του για να τον φιλοξενήσει.
Σχετικό τραγούδι λέει:
«Ελα, Γιάννη Καλόγερε, κάτω εις το κονάκι,
Να σφάξωμε ένα μαρτί, να κάμωμε ζεφτάκι.»

Ο Καλογερογιάννης έφυγε και βγήκε από το νότιο μέρος του φαραγγιού  και πήγε στο Σέλινο μόνος του. Εκεί έμαθε ότι ο Βέργερης συνέχιζε και έβγαινε από τον πύργο του και ερήμωνε τα χωριά του Λάκκου Σγουράφου, αλλά και γενικά οργίαζε.
Αφού λοιπόν παραφύλαξε, τον συνάντησε μεθυσμένο,  όπως ήταν συνήθως,  σε μια ερημική περιοχή.  Ηλθαν στα χέρια, αλλά αν και ήταν μεθυσμένος ο Τούρκος,  κατόρθωσε και πλήγωσε τον Καλογερογιάννη στο μηρό. Όμως στο τέλος ο Καλογερογιάννης τον σκότωσε.
Ο φόνος του προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στους γενιτσάρους που προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να τον συλλάβουν  η να καταστρέψουν τους οικείους του. Επειδή όμως δεν ήταν εύκολο να μπουν στο φαράγγι, που  ήταν τόπος επισφαλής για αυτούς, παραμόνευσαν στις δύο εισόδους του φαραγγιού για αρκετό χρόνο.
Σύμφωνα με την παράδοση,  κατόρθωσαν με απάτη να τον βρουν σε μια περιοχή πάνω από την Αχλάδα  και να τον σκοτώσουν, ενώ ακόμη έπασχε από το τραύμα του στο μηρό.

Κυρίες και κύριοι
Η ιστορική μας μνήμη είναι κριτήριο της ιστορικής μας ταυτότητας και η διατήρηση της είναι πράξη αντίστασης, που πια δεν είναι ένοπλη, αλλά κυρίως πολιτιστική και ψυχολογική. Η αρχή αυτή της αντίστασης, της διαφορετικής, βρίσκεται ακριβώς στη διατήρηση της ιστορικής μας συνείδησης.
Με το να τιμάμε τους ανθρώπους μας, που έπεσαν για την ελευθερία της πατρίδας, εκπληρώνουμε μια υποχρέωση που έχουμε όλοι μας ως  Ελληνες   και δείχνομε ότι και εμείς  είμαστε παρόντες  στο να προσφέρομε  την όποια υπηρεσία  η πατρίδα  μας  χρειαστεί .
Συγχαρητήρια λοιπόν στο σύλλογο «Ψηλάφι» για τις πρωτοβουλίες που παίρνει και ευχόμαστε να είναι πάντα ένα σύλλογος δημιουργικός, που θα βοηθά στην πρόοδο της περιοχής μας.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1) Βεβαίως πολλοί άλλοι κάτοικοι της περιοχής του Σελίνου, από διάφορες οικογένειες,  είχαν εξοντώσει γενίτσαρους που βασάνιζαν του Χριστιανούς. Εδώ θα γίνει λόγος μόνο για την εξόντωση των γενίτσαρων Βεργέρηδων.
2) Στην ιστορία του σελίδα 242
3) Στην ιστορία του,  εκδόσεις Μινώταυρος (καθαρεύουσα), τόμος Γ,  σελίδα 1560
4) Για το περιστατικό αυτό βλέπε ιστορία Ψιλάκη, εκδόσεις Μινώταυρος, σελίδες 1510-1511, ιστορία Ι. Μουρέλλου σελίδες 276-278.
5) Ολο το τραγούδι υπάρχει στο βιβλίο του Γιάννη Μάντακα «Κρητικών αγώνων ιστορικές επιλογές», Β! τόμος,  έκδοση του Πολεμικού Μουσείου Χανίων,  2000, σελίδα 112 και μετά.
6) Τα περισσότερα από τα παραπάνω ελήφθησαν από την ιστορία Ψιλάκη, από τις σελίδες που προαναφέρθηκαν.
7) Ολο το τραγούδι υπάρχει στο βιβλίο του Γιάννη Μάντακα «Κρητικών αγώνων ιστορικές επιλογές», Β! τόμος,  έκδοση του Πολεμικού Μουσείου Χανίων,  2000, σελίδα 117 και μετά.
8) Βλέπε σελίδες  68-69 στο βιβλίο του Τάκη Γεωργιακάκη, «Η οικογένεια Γεωργιακάκη στους εθνικούς αγώνες», τόμος Α!.
9) Bλέπε σχετικό άρθρο του Σταμ. Αποστολάκη στο περιοδικό Ελλωτία,  έκδοση του δήμου Χανίων,  του έτους 1992, που έχει αναρτηθεί στη ιστοσελίδα http://www.gymnasio-platania.gr/static/e4_path//lg_history.htm
10) Ολόκληρο αυτό το τραγούδι βρίσκεται στο βιβλίο του Μιχάλη Μπασιά «Ο γιός του σπιθόλιοντα», , εκδόσεις GUTENBERG 1972, σελίδες 314-315.
11) Η εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ γράφει πως σκότωσε δυό ενόπλους γενιτσάρους επειδή τον ανάγκασαν να εκτελέσει κάποια αγγαρία. Επειτα πήρε τα όπλα τους και κατέφυγε στα βουνά, όπου επικεφαλής πολλών συμπατριωτών του, τρομοκρατούσε τους Τούρκους του Σελίνου. Σκοτώθηκε σε Τουρκική ενέδρα.  O δε Παναγιώτης Κριάρης στην ιστορία του γράφει:
«Εν τη επαρχία του Σελίνου κατά την εποχήν ταύτην ενήργουν αρματωλικώς τινές των κατοίκων του Λάκκου Ζωγράφου εν οίς ο Αντώνιος Μπασιάς εγγονός του εις Σφακιά πεσόντος Σταμάτη Μπασιά (σελ 95-96 Μαρ. Α), όστις δράσας επί οκταετίαν (1810-1817) είχεν εξοντώσει τινάς των τότε φοβερών γενιτσάρων εν τη επαρχία του.»
12) Βλέπε σχετικά ιστορία Ψιλάκη, σελίδα 1560 και ιστορία Μουρέλλου σελίδες 242-243

13)Σύμφωνα με την ιστορία Ψιλάκη, εκδόσεις Μινώταυρος.

Τετάρτη 20 Απριλίου 2016

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΛΙΒΑΔΑ ΚΑΤΑ ΤΟ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ ΚΑΙ ΤΗ 10ΕΤΙΑ ΤΟΥ 1940- 50



Γράφει: Ο Δημήτριος Κων. Σειραδάκης
Πριν λίγες μέρες ,αναδιφώντας «τα χαρτιά» του αρχείου μου, το μάτι μου έπεσε σε κάποιες φωτογραφίες, που είχε την καλοσύνη να μου δώσει ο Βαρδής Γ. Τσουρής, από το αρχείο του πατέρα του, του γιατρού Γεωργίου Β. Τσουρή. Στις φωτογραφίες αυτές εικονίζονται γυναίκες του Λιβαδά κατά τις 10ετίες 1930-40 και 1940-50.
Η θέαση των φωτογραφιών αυτών αποτέλεσε αφορμή και έναυσμα για το νου μου, που κατά την προσφιλή τακτική του, πάλι «εμνήσθη ημερών αρχαίων» και άρχισε να ανακαλεί από το υποσυνείδητο στο πεδίο της συνείδησης, σκηνές από την καθημερινή ζωή των κατοίκων του χωριού μου, του Λιβαδά, όπως τις θυμούμαι είτε ο ίδιος από προσωπικές μου εμπειρίες είτε από διηγήσεις παλαιότερων κατοίκων της περιοχής. Και επειδή πολλές φορές έχω γράψει για τις ασχολίες των ανδρών κατοίκων του Λιβαδά, κρίνω σκόπιμο, για λόγους ισονομίας, να περιγράψω σήμερα σκηνές από την καθημερινή ζωή των γυναικών του χωριού μου.
Πολλοί θεωρούν ότι οι γυναίκες της εποχής εκείνης θεωρούνταν πλάσματα υποδεέστερα, στερούμενα δικαιωμάτων και ελευθεριών, προορισμένα μόνο να υπηρετούν μια αυστηρά ανδροκρατούμενη κοινωνία. Και ακόμη πως ο άνδρας-αφέντης είχε όλα τα δικαιώματα πάνω στη γυναίκα, η οποία όφειλε απεριόριστη υπακοή και πειθαρχία στις θελήσει και στις εντολές του.
΄0μως οι προσωπικές μου αναμνήσεις δεν συμφωνούν με αυτή την άποψη. Αντίθετα θεωρώ ότι η γυναίκα του Λιβαδά είχε και απολάμβανε όλα ή σχεδόν όλα τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που είχε και ο άντρας, όπως βέβαια και τις ίδιες υποχρεώσεις με εκείνον. Βέβαια πάντα υπήρχαν κάποιες διαφοροποιήσεις πάνω σ’αυτές τις αρχές, ανάλογα με τον τύπο και τον χαραχτήρα των ανθρώπων.
Είναι γνωστό πως η γυναίκα, πρώτ’ απ’ όλα ήταν η αφέντρα και η αρχόντισσα του σπιτιού. Όλες οι εσωτερικές εργασίες του σπιτιού όπως το μαγείρεμα του φαγητού, η μπουγάδα, το ζύμωμα και το ψήσιμο του ψωμιού, η καθαριότητα του σπιτιού, το στρώσιμο των κρεβατιών και πάνω απ’ όλα, η φροντίδα για τη διατροφή και την ανατροφή των παιδιών ήταν … προνομιακοί χώροι αποκλειστικής δικής της αρμοδιότητας.
Εκτός απ’ αυτές τις εργασίες κι άλλες εξίσου δύσκολες και κοπιαστικές όπως το γνέσιμο των μαλλιών, το διάσιμο και η ύφανση στον αργαλειό, το ράψιμο των ρούχων αλλά και το πλέξιμο και το κέντημα ήταν δικές της δουλειές. Και είναι να θαυμάζει κανείς τα σωζόμενα ως σήμερα έργα τέχνης των γυναικών εκείνης της εποχής, σωστά αριστουργήματα, δουλεμένα με τέχνη και μεράκι, δείγματα εξαιρετικής ευαισθησίας και φιλοκαλίας.
Και όμως τις γυναίκες αυτές κανείς δεν τις δίδαξε ούτε την υφαντική τέχνη, ούτε το πλέξιμο, ούτε το κέντημα κι ακόμη κανένας ονομαστός μάγειρας δεν τις έμαθε να μαγειρεύουν τα μοναδικά σε νοστιμιά και αγνότητα εκείνα φαγητά, αυτά που σήμερα ονομάζουν «Κρητική Διατροφή» ή «Κουζίνα της Γιαγιάς», που οι σύγχρονοι διάσημοι σεφ προσπαθούν ανεπιτυχώς να μιμηθούν.
Αλλά και στις περισσότερες εξωτερικές εργασίες του χωριού είχε μερίδιο η γυναίκα. Μερικές μάλιστα απ’ αυτές, όπως το μάζεμα των ελιών με το χέρι, αποτελούσαν σχεδόν αποκλειστικότητα των γυναικών. Ακόμη το θέρισμα, το αλώνισμα- λίχνισμα, ο τρύγος, η φροντίδα για τα οικόσιτα ζώα ήταν κι εκείνα μέσα στα καθημερινά καθήκοντα των γυναικών του Λιβαδά. Η λειτουργία της «φάμπρικας», δηλ. του λιοτριβειού, που ήταν μια εξαιρετικά επίπονη και βαριά εργασία, χρειαζόταν απαραιτήτως και τη συμμετοχή της γυναίκας γιατί εργασίες όπως το «σφίξιμο» των «ντορμπάδων» με τον «εργάτη» απαιτούσαν τη σωματική δύναμη δύο τουλάχιστον ατόμων ή όταν ήταν ανάγκη να αντικαταστήσει για λίγο τον άντρα, για να φάει, να ξεκουραστεί ή να κοιμηθεί λίγο κι εκείνος, ιδιαίτερα κατά τα «νυχτέρια».
Στη δική μου συνείδηση η γυναίκα του Λιβαδά της εποχής εκείνης ήταν μια αληθινή ηρωίδα της ζωής. Ήταν η αρχόντισσα του νοικοκυριού, η σύζυγος, η μάνα, η αδελφή, η γιαγιά, η γυναίκα γενικώς που όλα τα προλάβαινε, όλα τα πάλευε, όλα τα διαχειριζόταν κατά τον καλύτερο τρόπο. Η γυναίκα της προσφοράς και της θυσίας, η γυναίκα που σκοπό της ζωής της είχε κάνει την προσφορά προς τους άλλους και που δεν ζητούσε ποτέ τίποτα για τον εαυτό της.
Και δεν ήταν μόνο ηρωίδα της ζωής η γυναίκα του Λιβαδά εκείνων των χρόνων. Ήταν και αληθινή ηρωίδα του πολέμου, της κατοχής και της αντίστασης. Ήταν η γυναίκα που στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, πήγαινε φαγητό και εφόδια στους αντάρτες, που χρησιμοποιώντας έναν ιδιότυπο κώδικα επικοινωνίας, κρεμούσε στην απλώστρα της την κόκκινη ή την πράσινη μπατανία, για να δώσει το ανάλογο οπτικό μήνυμα στους αντάρτες. Ήταν η ηρωίδα που επινοούσε χίλιους δυο τρόπους για να παραπλανά τον κατακτητή και να κάνει «σκέρα» στους αντάρτες, να τους προφυλάσσει από τον καθημερινό θανάσιμο κίνδυνο που ενέδρευε σε κάθε βήμα της ζωής τους.
Το σοβαρότερο όμως απ’ όλα ήταν το μαρτύριο και οι κίνδυνοι που πέρασαν οι γυναίκες του Λιβαδά κατά την 29η Σεπτεμβρίου 1943, όταν ο Λιβαδάς μαζί με τα γειτονικά χωριά Μονή και Κουστογέρακο, πυρπολήθηκε και καταστράφηκε ολοσχερώς από τους Γερμανούς. Τις μέρες αυτές οι γυναίκες του Λιβαδά έζησαν ένα φοβερό ψυχοσωματικό μαρτύριο, όταν οι Γερμανοί τις συνέλαβαν αιχμάλωτες και τις έκλεισαν στο «Τηλέφωνο», απειλώντας τις με ομαδική εκτέλεση δια βομβαρδισμού από αεροπλάνα. Και τι δεν είδαν και δεν άκουσαν οι τραγικές εκείνες γυναίκες, μέσα στην ιδιότυπη αυτή φυλακή τους! Είδαν τη 14χρονη Αμαλία να σκοτώνεται επί τόπου .Είδαν τη 16χρονη Μαίρη να τραυματίζεται θανάσιμα και να εκτελείται την επομένη στην πλατεία της Κείθε Βρύσης. Άκουσαν το κροτάλισμα των πολυβόλων και το μούγκρισμα των μηχανών των στούκας, που σαν δαίμονες της κόλασης , σκορπούσαν τον όλεθρο και το θανατικό πάνω από το χωριό τους. Είδαν τις πύρινες γλώσσες της φωτιάς από τα καιόμενα σπίτια τους να ανεβαίνουν μεσούρανα και άκουσαν τη φοβερή απειλή των Γερμανών ότι θα τις βάλουν στο δάσος «Μαχιά» να τις κάψουν ζωντανές. Και αντίκρισαν τις κάνες των γερμανικών πολυβόλων να τις σημαδεύουν, κλεισμένες και φρουρούμενες στη Σούγια. Και μεταφέρθηκαν στις φυλακές της Αγιάς, όπου έζησαν τον απόλυτο εφιάλτη της πιθανής εκτέλεσής τους στο Στύλο της Αγιάς ή της μεταφοράς τους στο κολαστήριο του Νταχάου. Και έζησαν το μαρτύριο της προσφυγιάς, όταν κυνηγημένες και ανέστιες, γύριζαν σε ξένα μέρη χωρίς τροφή, χωρίς στέγη και με άμεσο κίνδυνο θανάτου.
Ας αναλογιστούν οι σημερινές γυναίκες πόση ψυχική και σωματική δύναμη, πόσο θάρρος και κουράγιο, πόση θέληση και ψυχικό σθένος απαιτούσαν όλ’ αυτά. Όλα αυτά τα πέρασαν και τα πάλεψαν οι γυναίκες του Λιβαδά τότε. Κι ήταν οι ίδιες αυτές γυναίκες, που μετά την απελευθέρωση, ξαναγύρισαν στα χωριά τους με τους άντρες τους, όσους γλίτωσαν, κι αντίκρισαν τα αποκαϊδια και τα ερείπια των σπιτιών τους. Και όμως δεν δείλιασαν αλλά οπλισμένες με τη χαρά και τη δύναμη που δίνει η ελευθερία αλλά και με φοβερή ψυχική και σωματική αντοχή, δύναμη και θέληση, ρίχτηκαν με τους άντρες στον αγώνα και πολύ γρήγορα ανάστησαν από τις στάχτες τους τα ρημαγμένα από τον πόλεμο σπίτια τους και τα χωριά τους.
Έτσι θυμούμαι τις γυναίκες του Λιβαδά. Μοναδικά πλάσματα θάρρους, αντοχής και θέλησης. Ηρωίδες του πολέμου και της καθημερινής βιοπάλης. Άτομα της προσφοράς και της θυσίας που έκαμαν θρησκεία τους το δόγμα: Όλα για τους άλλους, τίποτα για τον εαυτό τους.

Σ’ αυτές τις μοναδικές γυναίκες του Λιβαδά, σ’εκείνες τις ηρωίδες του πολέμου και της ειρήνης, ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγεται και  η αείμνηστη μάνα μου Ειρήνη Σειραδάκη, η «Σειραδοκωστίνα», που έφυγε από κοντά μας σαν τούτες τις μέρες, το έτος 2000, σ’αυτά τα σπάνια και ανεπανάληπτα πλάσματα της προσφοράς και της θυσίας, αφιερώνονται τούτες οι γραμμές.





Πρόσωπα της φωτογραφίας πάνω

Από αριστερά:
Ευτυχία Σαρτζετάκη-Ανδρουλάκη
Μαρίκα Δ. Μπελιβανάκη (της Διάκισσας)
Ευλαμπία Τσουρή (Τσουρογιάνναινα)
Χριστίνη Ελληνάκη (Ελληνογιάνναινα)
Ειρήνη Σειραδάκη (Σειραδοκωστίνα) 
(Στην αγκαλιά της πιθανόν ο γιός της Βαρδής ή η κόρη της Αμαλία)



Πρόσωπα της φωτογραφίας πάνω
Α!  Γυναίκες. Πρώτη σειρά όρθιες από αριστερά:
1.Ειρήνη Σειραδάκη (Σειραδοκωστίνα). Κρατά στην αγκαλιά της πιθανόν την 
κόρη της  Αμαλία.
2.Ευανθία Ι. Ελληνάκη
3.Ευτυχία Ι. Σαρτζετάκη
4.Ελευθερία Ι. Μυριζάκη
5.Αννίτσα Β. Τσουρή
6.Μαρία Γ.  Ελληνάκη
7.Λούλα Χ. Σειραδάκη
8.Μαίρη Χ. Σειραδάκη
9.Αφροδίτη Κ. Παπαδερού

Δεύτερη σειρά:
1.Τα δύο αγόρια είναι ο Δημήτριος και ο Γεώργιος Κων. Σειραδάκης
Καθήμενες από αριστερά:
2.Χριστινιά Β. Τσουρή
3.Ευαγγελία Τσουρή (Τσουροβαρδίνα)
4. ...........Ελληνάκη (Ελληνογιώργαινα)

Τρίτη σειρά. Καθήμενα κορίτσια από αριστερά:
1.Ευγενία Ι. Σειραδάκη
2.Βέτα Χ. Σειραδάκη 
3.Λιλή Χ. Σειραδάκη
4.Αλεξία Γ. Τσουρή
5.Μαρίκα Γ. Τσουρή
χρονολογία φωτογραφίας 14-9-1938



ΑΝΔΡΕΣ ΤΟΥ ΛΙΒΑΔΑ
Ορθιοι από αριστερά:
1.Διάκος Ι. Μπελιβανάκης
2.Ανδρέας Β. Τσουρής
3.Γεώργιος Ι. Τσουρής
4.Γεώργιος Ι. Ελληνάκης
5.Γεώργιος Ι. Μπελιβανάκης

 Καθήμερνοι από αριστερά:
1.Εμμανουήλ Ι. Τσουρής
2.Ιωάννης Μπελιβανάκης (Μπελιβανογιάννης)
3.Νικόλαος Ι. Τσουρής
4.Διάκος Μπελιβανάκης (Γέρο-Διάκος)
5.Κων/νος Γ. Σειραδάκης
Δεν αναγνωρίστηκε το μικρό όρθιο αγόρι στη μέση της φωτογραφίας



















Δευτέρα 7 Μαρτίου 2016

Παρουσίαση βιβλίου της Αντωνίας Ζεβόλη – Νταουντάκη

Ο Δικηγορικός Σύλλογος Χανίων και ο Σύλλογος Επιστημόνων Σελίνου, συνδιοργανώνουν την Τετάρτη 16 Μαρτίου και ώρα 7:30 μ.μ. την παρουσίαση ενός νέου βιβλίου. Θα παρουσιαστεί το βιβλίο της δικηγόρου Αντωνίας Ζεβόλη – Νταουντάκη με τίτλο “Η φαμέγια”,  στην αίθουσα εκδηλώσεων του πολιτιστικού κέντρου της Ιεράς Μητρόπολης Κυδωνίας και Αποκορώνου, Αντωνίου Γιάνναρη 2. Το βιβλίο αναφέρεται στην ιστορία μίας γυναίκας, της γιαγιάς της, η οποία γεννήθηκε σε ένα φτωχό ορεινό χωριό του Σελίνου, αρχές του 20ού αιώνα και τελείωσε τη ζωή της στην Αθήνα, διανύοντας με τον δικό της τρόπο όλα τα ιστορικά, κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα της πολυτάραχης εκείνης εποχής.Το βιβλίο παρουσιάζουν η Αρχόντισσα Παπαδερού – Ναναδάκη, φιλόλογος, πρόεδρος της Ι.Λ.Α.Ε.Κ. και ο Σταμάτης Αποστολάκης, δάσκαλος – λαογράφος.Αποσπάσματα του βιβλίου θα διαβάσει η Ρόζα Μοτάκη – δικηγόρος.Χαιρετισμούς θα απευθύνουν ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Χανίων Ιωάννης Δασκαλάκης και ο πρόεδρος του Συλλόγου Επιστημόνων Σελίνου Λουκάς Μπασιάς

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

ΤΑ ΛΙΟΤΡΙΒΕΙΑ ΤΟΥ ΛΙΒΑΔΑ ΣΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΣΕΛΙΝΟ

Σκηνές από τον πολιτισμό του λαδιού και της ελιάς


Γράφει ο Δημήτριος Κ. Σειραδάκης


«Ευλογημένο νά ’ναι ελιά, το χώμα που σε τρέφει
κι ευλογημένο το νερό που πίνεις απ’ τα νέφη.
Ευλογημένος τρεις φορές Αυτός που σ’ έχει στείλει,
για το λυχνάρι του φτωχού, για τ’ ´Αγιου το καντήλι.»


Έτσι ύμνησε ένας ποιητής την ελιά, το ευλογημένο εκείνο δέντρο που έθρεψε γενιές και γενιές προγόνων μας αλλά και εμάς τους ίδιους και που ο χυμός του αποτελεί το Α και το Ω της διατροφής του ανθρώπου.
Διαβάζω, συχνά-πυκνά, τον τελευταίο καιρό πολλά για το λάδι, για τον πολιτισμό της ελιάς, για τις δεκοχτούρες ελιές, για τα μνημειακά ελαιόδεντρα, για τις αξιέπαινες προσπάθειες που κάνουν κάποιοι φορείς για την προβολή, για τη διάδοση της κατανάλωσης και γενικότερα για την καταξίωση εκείνου του μοναδικού σε υγιεινή και θρεπτική αξία προϊόντος του τόπου μας.
Και θλίβομαι βαθύτατα όταν βλέπω πόσο δύσκολη είναι αυτή η προσπάθεια σε μια εποχή πλήρους απαξίωσης αυτού του θησαυρού του τόπου μας, όταν η προβολή, η διακίνηση και η διάθεση του λαδιού έχει περάσει στα χέρια αδίστακτων διατροφικών ή εμπορικών ομίλων. (Βλέπε Ισπανικό Όμιλο SOS και όχι μόνο).
Κι εμένα το μυαλό μου αρνείται να συμβιβαστεί μ’ αυτή την ιδέα γιατί θυμούμαι πως η γενιά μου αλλά και οι προγενέστερες, ιδιαίτερα μάλιστα στα ορεινά χωριά του νομού μας, ανατράφηκαν και επέζησαν σε ιδιαίτερα χαλεπούς καιρούς, χάρη σ’ αυτό το ευλογημένο προϊόν.
Γι’ αυτό στο Λιβαδά, θυμούμαι ότι συχνά τραγουδούσαμε: “Λαδάκι και ψωμάκι, λιβαδιανό φαγάκι”.
Κι ήταν τόση η αξία του λαδιού που αποτελούσε όχι μόνο το Α και το Ω της διατροφής και της υγείας των κρητικών αλλά και σπουδαίο μέσο ανταλλαγής στις μεταξύ τους συναλλαγές. Έπαιζε δηλαδή το ρόλο του χρήματος. Π.χ. έδιναν λάδι και έπαιρναν σιτάρι, έδιναν λάδι και έπαιρναν κρασί ή ό,τι άλλο προϊόν είχαν ανάγκη. Οι δε περιφερόμενοι, στα ορεινά κυρίως χωριά, έμποροι και πραματευτάδες ήξεραν πως για να πουλήσουν την πραμάτεια τους έπρεπε απαραιτήτως να αγοράζουν λάδι. Ακόμη και οι ζητιάνοι της παλιότερης εποχής τριγυρνούσαν στα χωριά και κρατούσαν ένα δοχείο, συνήθως έναν γκαζοντενεκέ, στον οποίο έριχναν το λάδι που τους έδιναν οι νοικοκυρές.
Έχω πολλές αναμνήσεις και πολλά βιώματα που έχουν τη ρίζα τους στην ελιά και στο λάδι: π.χ. πώς μάζευαν τότε τις ελιές με το χέρι, πώς τις μετέφεραν και κυρίως πώς τις “βγάζανε” δηλ. ποια κατεργασία τους έκαναν για να βγάλουν το λάδι.
Παρακάτω θα περιγράψω τα λιοτριβειά του Λιβαδά, τις γνωστές φάμπρικες, όπως τις λέγαμε τότε. Επισημαίνω πως η περιγραφή στηρίζεται σε χρήσιμες πληροφορίες που μου έδωσαν κάποιοι φίλοι αλλά κυρίως στις προσωπικές μου αναμνήσεις από τη λειτουργία της φάμπρικας που διατηρούσαν και λειτουργούσαν πριν τον πόλεμο του 1940, ο αείμνηστος πατέρας μου Κωστής Γ. Σειραδάκης και ο επίσης αείμνηστος θείος μου Ιωσήφ Γ. Σειραδάκης.
Η φάμπρικα αυτή καταστράφηκε ολοσχερώς κατά την πυρπόληση του χωριού από τους Γερμανούς, στις 29/9/1943, αλλά οι ιδιοκτήτες της την ανακατασκεύασαν μετά την απελευθέρωση και έτσι λειτούργησε επί πολλά έτη μετά τον πόλεμο. Σώζεται μέχρι και σήμερα στη συνοικία Αντωνιανά του Λιβαδά και ανήκει στους κληρονόμους των αδελφών Κωστή και Ιωσήφ Σειραδάκη, αποτελεί δε « μνημείο» και μουσειακό είδος του πολιτισμού της ελιάς και του λαδιού. Από τη φάμπρικα αυτή έχουν ληφθεί και οι δημοσιευόμενες εδώ φωτογραφίες.
Εκτός από τη φάμπρικα αυτή, μετά τον πόλεμο λειτούργησαν στο Λιβαδά και η επίσης ανακατασκευασθείσα φάμπρικα των αδελφών Ιωάννη και Δημητρίου Γ. Παπαδερού καθώς και η φάμπρικα των αδελφών Μάρκου και Δημητρίου Μπολιεράκη, που ήταν και το μοναδικό διασωθέν από την πυρπόληση οίκημα.
Η ονοματολογία των τμημάτων μιας φάμπρικας, ο τρόπος λειτουργίας της και οι διαδοχικές φάσεις κατεργασίας του ελαιοκάρπου, είναι ενδεχόμενο να παρουσιάζουν κάποιες μικροδιαφορές από χωριό σε χωριό αλλά η βασική φιλοσοφία τους είναι ίδια παντού.
Ο Λιβαδάς είναι ένα ορεινό χωριό, το οποίο λίγο πριν την πυρπόλησή του από τους Γερμανούς, στις 29/9/1943, ήταν πολυάνθρωπο, με πολλούς νέους ανθρώπους, με πολλά παιδιά στο Σχολείο του και με μια ανθούσα και ακμάζουσα οικονομία, η οποία στηριζόταν πρωτίστως στη μεγάλη παραγωγή λαδιού την οποία είχε. Οι κάτοικοί του πίστευαν –και δικαίως- ότι ο Λιβαδάς ήταν το πρώτο λαδοχώρι της περιοχής, αναλογικά με τον αριθμό των κατοίκων του. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι το χωριό είχε δέκα φάμπρικες.
Για την ιστορία θα απαριθμήσω αυτά τα καταπληκτικά εργαστήρια έκθλιψης του ελαιοκάρπου, που σαν κινητήρια δύναμη, χρησιμοποιούσαν τη δύναμη των ζώων αλλά, βεβαίως-βεβαίως και του ανθρώπου.
Έχουμε και λέμε λοιπόν:
Α) Συνοικία Σειραδιανά ή Μέσα Χωριό:
1. Φάμπρικα των αδελφών Μάρκου και Δημητρίου Μπολιεράκη
2. Φάμπρικα των αδελφών Γεωργίου και Ιωάννη Ελληνάκη
3. Φάμπρικα των αδελφών Βαρδή και Ιωάννη Τσουρή.
4. Η «Πολύκοινη», φάμπρικα των αδελφών Χαράλαμπου και Ιωάννη Ι. Σειραδάκη, του Ιωάννη Μ. Σειραδάκη, του Γεωργίου Ι. Τσουρή και του Ιωάννη Π. Γεωργιακάκη
5. Φάμπρικα του Διάκου και του Ιωάννη Μπελιβανάκη.
Β) Συνοικία Αντωνιανά:
6. Φάμπρικα των αδελφών Κωστή και Ιωσήφ Σειραδάκη.
Γ) Συνοικία Παπαδερά:
7. Φάμπρικα των αδελφών Ιωάννη και Δημητρίου Γ. Παπαδερού
8. Φάμπρικα του Εμμανουήλ Παπαδερού, του λεγόμενου γέρο-Μανόλη.
9. Φάμπρικα των λεγόμενων Μιχελιανών Παπαδερών.
10. Φάμπρικα των λεγόμενων Σταυρουλιανών Παπαδερών
Στα δέκα αυτά εργαστήρια «έβγαιναν» όλες οι ελιές του Λιβαδά. Και γίνονταν τα εργαστήρια αυτά αληθινές κυψέλες εργασίας και δραστηριότητας κατά τη διάρκεια του χειμώνα και μέχρι να ολοκληρωθεί το μάζεμα των ελιών. Και επειδή πολλές χρονιές έπεφταν μαζεμένες οι ελιές με αποτέλεσμα να υπάρχει πολύς ελαιόκαρπος για «βγάρσιμο», στις φάμπρικες έκαναν και «νυχτέρια» δηλ. δούλευαν και τη νύχτα –κυρίως αυτήν.
Έτσι πολλά από τα νυχτέρια και τις αποσπερίδες του χειμώνα γίνονταν στις φάμπρικες. Εκεί με αστεία, με κουβέντες και ιστορίες και με τη ζεστασιά της πυρήνας, περνούσαν πολλές από τις κρύες βραδιές του χειμώνα οι κάτοικοι του Λιβαδά. Συχνά-πυκνά βουτούσαν και κανένα χαλί παξιμάδι στο «βρασκί», τρώγανε καμιά ελιά ίσως και κανένα κομμάτι τυρί και η βραδιά περνούσε.
Ιδιαίτερη χαρά γινόταν όταν τύχαινε να ζυμώνει κάποια νοικοκυρά της γειτονιάς. Τότε το φρέσκο ψωμί και το λάδι είχαν την τιμητική τους και όλοι οι παρευρισκόμενοι έκοβαν φέτες φρέσκου ψωμιού, τις βουτούσαν στο «βρασκί» με το λιόλαδο και τις έτρωγαν με μεγάλη όρεξη. Ξεχωριστή ήταν η χαρά των παιδιών που βουτούσαν τα κουλούρια τους στο λάδι.
Σε περιόδους εντατικής λειτουργίας της φάμπρικας, ο αλιτριβειδιάρης ή κάποιος άλλος παρέμενε ξάγρυπνος και δούλευε όλη τη νύχτα για να προκόψει η δουλειά και να βγουν πολλές ελιές. Αυτό γινόταν κυρίως στο πρώτο άλεσμα των ελιών, που δεν χρειαζόταν σφίξιμο, δουλειά που, όπως θα δούμε, απαιτούσε τη σωματική δύναμη δύο τουλάχιστον ανθρώπων.
Οι φάμπρικες, αυτά τα καταπληκτικά εργαστήρια, αποτελούνται από τρία μέρη: Τη στρώση, το πιεστήριο, τον εργάτη.

Και πρώτα η στρώση: Είναι ένα στρογγυλό πετρόχτιστο κατασκεύασμα, σχήματος ανεστραμμένου κόλουρου κώνου, ύψους περίπου ενός μέτρου και ακτίνας 1-1,2 μέτρων στη μεγάλη βάση του. (φωτ. 1) Πάνω στη στρώση υπάρχουν μία ή δύο στρογγυλές πελεκημένες πέτρες, οι λεγόμενες «κατώπετρες», πάνω στις οποίες κινούνται περιστροφικά οι μυλόπετρες. Οι μυλόπετρες μπορεί να είναι μία μόνο πέτρα, οπότε είναι μεγάλη και βαριά, με πάχος γύρω στους 30-35 πόντους και διάμετρο ενός περίπου μέτρου. Αν οι μυλόπετρες είναι μικρές τότε τις λένε μυλάρια και είναι συνήθως τρία: ένα μεγαλύτερο που περιστρέφεται στην κάτω κατώπετρα και δυο μικρότερα που περιστρέφονται στην πάνω κατώπετρα (φωτ. 2).
Γενικώς η μυλόπετρα ή τα μυλάρια είναι στερεωμένα πάνω σ’ έναν ισχυρό ξύλινο κατακόρυφο άξονα που το ένα άκρο του βυθίζεται σε μια οπή της κατώπετρας και το άλλο σε οπή της οροφής και έτσι μπορεί να περιστρέφεται. Πάνω του, με χοντρά σίδερα, είναι στερεωμένη η κοφινίδα, δηλ. ένα ξύλινο κιβώτιο, με σχήμα ανεστραμμένου χωνιού, ανοιχτό από πάνω και με μια μικρή οπή στην κάτω άκρη της (φωτ. 1).
Στον κατακόρυφο ξύλινο άξονα στερέωναν το λεγόμενο «σταβάρι» δηλ. ένα οριζόντιο σίδερο ή ξύλο, το οποίο όταν σπρωχνόταν, κινούσε τον κατακόρυφο ξύλινο άξονα, ο οποίος, με τη σειρά του, παράσερνε σ’ αυτή του τη κίνηση τα μυλάρια και την κοφινίδα (φωτ. 2).
Στο σταβάρι πρόσδεναν με λουρίκες και κουλούρα το μουλάρι ή το άλογο, το οποίο κινούμενο περιστροφικά γύρω από την στρώση, με καλυμμένα τα μάτια, παράσερνε σ’ αυτή του την κίνηση τον ξύλινο άξονα με τα μυλάρια και την κοφινίδα. Μέσα στην κοφινίδα έβαζαν τις ελιές οι οποίες με την περιστροφική κίνηση των μυλαριών έβγαιναν σταδιακά από την κάτω οπή της και απλώνονταν ομοιόμορφα στην κατώπετρα. Εκεί τις έβρισκαν απλωμένες τα μυλάρια και με την περιστροφική τους κίνηση τις άλεθαν. Με τη συνεχή περιστροφική κίνηση των μυλαριών οι ελιές ωθούνταν προς τα έξω και έπεφταν, αλεσμένες πια στη στρώση.
Όταν συμπληρωνόταν μια αλεσιά -γύρω στις 120 οκάδες ελιές- και η στρώση γέμιζε με αλεσμένες ελιές, που ήδη κολυμπούσαν στο λάδι, τότε ο αλιτριβειδιάρης σταματούσε το μουλάρι, το απελευθέρωνε από τα χάμουρα και του έβαζε στο παρακείμενο παχνί «γέμι» δηλ. πολύ και καλό φαγητό γιατί η λειτουργία της φάμπρικας απαιτούσε πολύ κόπο και πολλή δύναμη και από τους ανθρώπους και από τα ζώα.


Την ώρα αυτή ο αλιτριβειδιάρης «ντορμπάδιαζε» δηλ. μέσα στους ντορμπάδες, που ήταν τρίχινοι σάκκοι, σε σχήμα φακέλου, έβαζε τη «ζύμη» δηλ. τις αλεσμένες ελιές και στη συνέχεια τους πήγαινε στο πιεστήριο –το «πλακωτάρι» όπως το έλεγαν (φωτό 3). Εκεί στοίβαζε τον ένα πάνω στον άλλο, συνήθως 10-13 τέτοιους ντορμπάδες, γεμάτους ζύμη και ύστερα τους πίεζε.
Για να στήσει ο αλιτριβειδιάρης όρθια και κατακόρυφη τη στήλη των ντορμπάδων, χρησιμοποιούσε το «τσιτάλι», που ήταν ένα ξύλινο –κυπαρισσένιο ή πευκένιο- δοκάρι μήκους 2 περίπου μέτρων, με το οποίο πίεζε ή υποβοηθούσε διαδοχικά τη στήλη των ντορμπάδων από δεξιά ή αριστερά για να τους διατηρεί σε κατακόρυφη στήλη. Ταυτόχρονα με τα χέρια του αρχικά, περιέστρεφε το πλακωτάρι-πιεστήριο με κατεύθυνση από τα δεξιά προς τα αριστερά. Η περιστροφή αυτή γινόταν με τη βοήθεια ενός χοντρού σιδερένιου κοχλία – αδράχτι τον ονομάζουν -, που το άνω άκρο του βιδώνεται στην πανωσανίδα ενώ στο κάτω άκρο του είναι στερεωμένο το πλακωτάρι. Έτσι όταν ο κοχλίας - αδράχτι κινείται από τα αριστερά προς τα δεξιά βιδώνεται στην πανωσανίδα, δηλαδή ανεβαίνει προς τα άνω και μαζί του ανεβαίνει και το πλακωτάρι. Αντίθετα όταν ο κοχλίας – αδράχτι ξεβιδώνεται, δηλαδή κινείται από τα δεξιά προς τα αριστερά, τότε αυτός κατεβαίνει προς τα κάτω και μαζί του και το πλακωτάρι. Έτσι κατεβαίνοντας το πλακωτάρι προς τα κάτω, πίεζε σταδιακά τη στήλη των ντορμπάδων με τη ζύμη και το λάδι έτρεχε, πολύ-πολύ στην αρχή, λιγότερο μετά, γέμιζε τη «τσιβέρα» και από εκεί με ξύλινο κουτσουνάρι κατέληγε στο «βρασκί», που ήταν ένα πιθάρι βυθισμένο στο δάπεδο της φάμπρικας ή μια μικρή δεξαμενή, ξύλινη ή τσιμεντένια. (Φωτ. 3)
Αυτό ήταν το λεγόμενο «λιόλαδο», που αποτελούσε το εκλεκτότερο λάδι της όλης διαδικασίας της έκθλιψης, μοσχοβολούσε άρωμα και φρεσκάδα και απ’ αυτό οι χωρικοί κρατούσαν το φαγώσιμο λάδι που θα έτρωγαν όλη τη χρονιά. Το έλεγαν «λιόλαδο» σε αντίθεση προς το «πυρηνόλαδο», που ήταν λάδι κατώτερης ποιότητας. Το λιόλαδο ήταν, κατά κάποιο τρόπο, ο ανθός, το ξαθέρι του λαδιού και πιστεύω πως δεν θα μπορούσαν ούτε καν να συγκριθούν μαζί του τα κυκλοφορούντα σήμερα «βιολογικά ή οικολογικά» λάδια, με τους βαρύγδουπους τίτλους και ονομασίες.

Μόλις τέλειωνε το ντορμπάδιασμα, απελευθερωνόταν η στρώση και το μουλάρι είχε χορτάσει, ο αλιτριβειδιάρης ξεκινούσε πάλι την προηγούμενη διαδικασία για να αλεστεί η δεύτερη αλεσιά ελιές. Ενώ γινόταν αυτό, εκείνος ολοκλήρωνε το πίεσμα της πρώτης αλεσιάς, κατεβάζοντας περιστροφικά το πιεστήριο-πλακωτάρι, πότε με τα χέρια του και κάπου-κάπου με το «τσιτάλι».
Όταν τελείωνε το πίεσμα των ντορμπάδων, τους άφηνε λίγο να σουρώσουν και στη συνέχεια, περιστρέφοντας με τα χέρια του, αντιθέτως τώρα, το πλακωτάρι γύρω από τον κοχλία-αδράχτι, το ανέβαζε προς τα άνω, αφήνοντας ελεύθερη τη στήλη των πιεσμένων ντορμπάδων. Ύστερα έπαιρνε τους ντορμπάδες αυτούς με την πιεσμένη ζύμη και τους ξεντορμπάδιαζε, δηλαδή άδειαζε το περιεχόμενό τους σε μια γωνιά του λιοτριβειού.
Με το βγάλσιμο του «λιόλαδου» ολοκληρωνόταν η πρώτη φάση της κατεργασίας της ελιάς και άρχιζε η δεύτερη.
Κατά τη φάση αυτή ο αλιτριβειδιάρης «θρουλούσε» δηλ. θρυμμάτιζε τη ζύμη που έβγαλε το λιόλαδο και μετά την ξαναπερνούσε από τα μυλάρια, δηλ. την άλεθε για δεύτερη φορά, κατά την ίδια ακριβώς διαδικασία που έκανε κατά το πρώτο άλεσμα. Αυτό το δεύτερο άλεσμα πολτοποιούσε τελείως τη ζύμη, η οποία ξανάπεφτε στη στρώση, έτοιμη για το δεύτερο ντορμπάδιασμα.
Όταν αλεθόταν για 2η φορά η ανάλογη ποσότητα, ο αλιτριβειδιάρης σταματούσε το άλογο, το τάιζε κι εκείνος άρχιζε τη διαδικασία του δεύτερου ντορμπαδιάσματος.
Σ’ αυτή τη φάση χρησιμοποιούσε συνήθως γύρω στους τριάντα ντορμπάδες και σε καθένα απ’ αυτούς έβαζε τώρα πολύ λίγη ποσότητα πολτοποιημένης ζύμης. Τους ντορμπάδες αυτούς πάλι τους έστηνε σε κατακόρυφη στήλη στο κέντρο της τσιβέρας κάτω από το ανεβασμένο πλακωτάρι.
Όταν ολοκληρωνόταν το ντορμπάδιασμα κατέβαζε πάλι, με τη βοήθεια του κοχλία, το πλακωτάρι, αρχικά με το χέρι και ύστερα με το τσιτάλι.
Αυτή τη φορά η ζύμη έπρεπε να αποδώσει όλο το υπόλοιπο λάδι που περιείχε και για να γίνει αυτό χρειαζόταν πολύ μεγάλη πίεση. Για να επιτευχθεί αυτή η μεγάλη πίεση χρησιμοποιούσαν δύο καινούργια εργαλεία: Αυτά ήταν «η τσίτα» και ο «εργάτης».
Η τσίτα ήταν ένα ξύλινο δοκάρι πολύ πιο μεγάλο και πιο χοντρό από το τσιτάλι και είχε στην άκρη της μια σιδερένια θηλειά. Η τσίτα τοποθετούνταν οριζόντια σε μια ειδική θήκη που είχε το πιεστήριο. Με τη βοήθεια ενός σιδερένιου κρίκου κοντράριζε το πλακωτάρι, έτσι ώστε, όταν ο αλιτριβειδιάρης έσπρωχνε την τσίτα, αυτή με τη βοήθεια του κρίκου, παράσερνε το πλακωτάρι και το ανάγκαζε να κατεβαίνει σταδιακά προς τα κάτω και να πιέζει τους ντορμπάδες.
Όταν πια δεν μπορούσε η τσίτα να κινείται με το χέρι, έμπαινε σε ενέργεια «ο εργάτης». Ο εργάτης ήταν ένας κατακόρυφος ξύλινος άξονας, χοντρός στη μέση, λεπτότερος στα άκρα, στερεωμένος πολύ καλά κατά το ένα άκρο στην οροφή και κατά το άλλο άκρο στο δάπεδο της φάμπρικας (φωτ. 5). Τα άκρα του είχαν συνήθως σιδερένιες απολήξεις που του επέτρεπαν να περιστρέφεται. Στο κέντρο του και στο πιο χοντρό σημείο είχε μια μεγάλη οπή από την οποία περνούσε ένα οριζόντιο χοντρό ξύλο που λεγόταν «πασούλι» και σχημάτιζε με τον κάθετο άξονα ένα είδος σταυρού (φωτ. 4).


Στον εργάτη γύρω ήταν προσδεδεμένο στέρεα ένα χοντρό συρματόσχοινο που το έλεγαν «γούμενα» που στο άλλο άκρο είχε έναν ισχυρό σιδερένιο γάντζο (φωτ. 5). Έτσι η διαδικασία του σφιξίματος ήταν η εξής: Ξετύλιγαν τη γούμενα από τον εργάτη και αγκίστρωναν την άκρη της με τον γάντζο στη σιδερένια θηλιά, που όπως είπαμε, υπήρχε στην άκρη της τσίτας. Απ’ αυτό το σημείο άρχιζε το λεγόμενο «σφίξιμο», το οποίο χρειαζόταν δυο τουλάχιστον εργάτες.
Καθένας τους ακουμπούσε σ’ ένα πασούλι και οι δυο μαζί τα έσπρωχναν με δύναμη, ούτως ώστε η γούμενα να περιτυλίσσεται στον εργάτη έλκοντας προς αυτόν την τσίτα. Όταν η τσίτα έφτανε στο τέλος της διαδρομής της δηλ. στον εργάτη, έκαναν «μάινα», δηλ. σταματούσαν το σφίξιμο, τραβούσαν την τσίτα πάλι προς την αρχή της διαδρομής της και ξανάρχιζαν πάλι το σφίξιμο όπως το περιγράψαμε παραπάνω.
Αυτή η διαδικασία συνεχιζόταν με 8-10-12 μάινες, μέχρι το σημείο που το γυμνασμένο χέρι του αλιτριβειδιάρη καταλάβαινε ότι η ζύμη είχε πια πιεστεί αρκετά, είχε ξελαδώσει πλήρως και είχε αποδώσει όλο το πυρηνέλαιο που περιείχε. Τότε σταματούσαν το σφίξιμο, άφηναν λίγο τους ντορμπάδες πιεσμένους να σουρώσουν και μετά ξέσφιγγαν το πλακωτάρι και άδειαζαν τους ντορμπάδες από το περιεχόμενό τους που ήταν η πυρήνα, η οποία έτσι είχε αποδώσει όλο το λάδι που περιείχε.
Κέντρο και ψυχή της λειτουργίας της φάμπρικας ήταν ο λεγόμενος αλιτριβειδιάρης. Λιοτριβάρη τον λένε αλλού. Δηλαδή ο άνθρωπος που προγραμμάτιζε και εκτελούσε όλες τις φάσεις λειτουργίας της φάμπρικας: Αυτός έπρεπε να ζέψει το μουλάρι στη στρώση, να γεμίσει την καφινίδα με ελιές, να επιβλέπει το άλεσμα, να κανονίσει πόσες ελιές έπρεπε να αλεστούν σε κάθε αλεσιά, να ντορμπαδιάσει, να σφίξει, να ξεντορμπαδιάσει, να μετρήσει το λάδι με το κάρτο και την πύργια και γενικά να κάνει όλες τις δουλειές που απαιτούνταν για τη σωστή λειτουργία της φάμπρικας.
Αυτή ήταν και έτσι λειτουργούσε η φάμπρικα στο Λιβαδά του Δήμου Ανατολ. Σελίνου. Ήταν πράγματι ένα καταπληκτικό εργαστήρι έκθλιψης του ελαιοκάρπου. Μια μοναδική βιοτεχνία που λειτουργούσε σαν καλοκουρδισμένο ρολόι κατά τρόπο τέλειο και αποδοτικό.
Όλο το χειμώνα και για όσο διάστημα συνεχιζόταν το μάζεμα των ελιών, οι φάμπρικες αποτελούσαν το κέντρο της ζωής και της δραστηριότητας των ανθρώπων του χωριού. Στις φάμπρικες κατέληγαν κάθε βράδυ τα μουλάρια, φορτωμένα με τις ελιές που είχαν μαζέψει οι μαζώχτρες όλη μέρα. Στις φάμπρικες γινόταν οι βεγγέρες, οι αποσπερίδες και τα νυχτέρια του χωριού. Στις φάμπρικες οι λιβαδιανοί αντάμωναν, αλληλοβοηθούνταν, κουβέντιαζαν τα προβλήματά τους, σχεδίαζαν και προγραμμάτιζαν τις δουλειές της επόμενης μέρας. Πέρα απ’ αυτά όμως, οι φάμπρικες αποτελούσαν και χώρους παραγωγής λαϊκού πολιτισμού αλλά και τόπους διασκέδασης και ψυχαγωγίας, όπου οι παλιότεροι με τις ιστορίες και τα παραμύθια τους, με τα τραγούδια και τα αστεία τους, δημιουργούσαν μοναδικές και ανεπανάληπτες σκηνές λαϊκού πολιτισμού, ενώ ταυτόχρονα διασκέδαζαν, γελούσαν και ξεχνούσαν τον κάματο της ημέρας.
Θέλω να ελπίζω ότι οι παλιότεροι με τούτα τα λόγια θα θυμηθούν τα νιάτα τους και τον αδυσώπητο αγώνα που έκαναν για να ζήσουν και πως οι νεότεροι θα βρουν την… υπομονή να διαβάσουν τούτες τις γραμμές για να δουν τους αγώνες, τους κόπους και τις προσπάθειες των πατέρων και των παππούδων τους στο στίβο της ζωής, γιατί ο δρόμος της ελιάς και του λαδιού από το λιόφυτο ως τη φάμπρικα ήταν ένας αληθινός άθλος, ένας συνεχής και ανεπανάληπτος αγώνας των παλιότερων για την επιβίωσή τους.




Ευχαριστώ θερμά όσους μου έδωσαν στοιχεία και πληροφορίες για τις φάμπρικες του Λιβαδά, ιδιαίτερα δε τους:
1) Ευτυχία Χα Θεοφάνη Παπαδερού
2) Μιχαήλ Γεωργίου Τσουρή και
3) Γεώργιο Νικολάου Τσουρή
Τους εύχομαι υγεία και κάθε καλό.
Τις γραμμές αυτές αφιερώνω εξαιρετικά σε όλους τους αφανείς εργάτες του χωριού, του κάθε χωριού, ιδιαίτερα δε τους κατοίκους του Λιβαδά, ζώντες και τεθνεώτες. Σ’ αυτούς που δούλεψαν και ίδρωσαν στις φάμπρικες. Σ’ αυτούς που φόρτωσαν την κοφινίδια με ελιές, που ντορμπάδιασαν, που ξεντορμπάδιασαν, που ανεβοκατέβασαν το πλακωτάρι με τα ροζιασμένα χέρια τους, που «έσφιξαν» με τα χέρια ή με τον «εργάτη». Σ’ αυτούς που ξεκινούσαν το πρωί τη δουλειά κάνοντας το σταυρό τους και την ευχή «στ’ όνομα του Θεού» και τελείωναν το βράδυ πάλι με το σταυρό και την ευχή «δόξα σοι ο Θεός».
Σ’ αυτούς που, όταν το βράδυ πήγαιναν να κοιμηθούν, δεν σκέφτονταν ούτε τις επιχειρήσεις, ούτε το χρηματιστήριο, ούτε το εύκολο και γρήγορο κέρδος αλλά, όταν η νύστα και η κούραση μαύλιζαν το κορμί και τη ψυχή τους κι ο ύπνος σφράγιζε τα βλέφαρά τους, εκείνοι έφερναν στα όνειρά τους σκηνές με καταπράσινες ελιές, φορτωμένες τον ασημοπράσινο καρπό τους και τον κίτρινο χυμό της ελιάς, το λάδι, να τρέχει από την «τσιβέρα» στο «βρασκί», ίδιο αναλυτό χρυσάφι κι εκείνος.
Σ’ αυτούς τους μοναδικούς ανθρώπους του μόχθου και της καθημερινής βιοπάλης, που πρωταγωνίστησαν στην εποποιία της ελιάς και του λαδιού, αφιερώνονται τούτες οι γραμμές.