Κυριακή 29 Ιουνίου 2014

Η οπλοφορία των Κρητικών και τα σχετικά μ’αυτήν σχόλια του πρ.υπουργού κ. Θ. Πάγκαλου



Του κ. Ευτ. Τωμαδάκη
πρ. καθηγητή της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Με αφορμή τον άδικο θάνατο του 25χρονου παλληκαριού στα Μυριοκέφαλα Ρεθύμνου την ημέρα της Λαμπρής από ένα 40χρονο φίλο του, ο οποίος τελούσε υπό την επήρεια μέθης,  ο κ. Θ. Πάγκαλος έκανε κάποια σχόλια στην εκπομπή των Β. Χιώτη και Ν. Παπαδόπουλου στο ΒΗΜΑFM της  22/4/14. Στα σχόλια αυτά ο πρ. υπουργός εξέφρασε την οργή του για το λυπηρό αυτό γεγονός και εκτίμησε ότι οι πυροβολισμοί που ρίχνονται από τους Κρητικούς στα γλέντια τους δεν είναι τίποτε άλλο παρά φιγούρες. Πιστεύω ότι κανείς εχέφρων συμπολίτης  μας δε διαφωνεί  μ΄αυτήν την εκτίμηση του κ. Θ. Πάγκαλου για τις μπαλοθιές που πέφτουν συχνά πυκνά στα κρητικά γλέντια και οι οποίες μάλιστα τη στιγμή της κορύφωσης της διασκέδασης  των θαμώνων μετατρέπουν τη χαρά τους σε βαθύτατη λύπη και όχι σπάνια σε αγανάκτηση, οργή και βεντέτα.        
Αναμφισβήτητα η οπλοχρησία στα κρητικά γλέντια είναι μια συνήθεια ανόητη, επικίνδυνη και δαπανηρή (υπάρχει πιστόλι που με το πάτημα της σκανδάλης ρίχνει 14 σφαίρες!). Όμως ο κ. Θ. Πάγκαλος πρόσθεσε και τα εξής: «Στην Κρήτη ειδικά πρέπει να γίνει ένα ευρύτατο σχέδιο ανακατάληψης της νήσου όπου να αφοπλιστεί ο πληθυσμός. Αυτά που λένε τώρα οι Κρήτικοί ότι «εμείς πάντα όπλα είχαμε» και αφού είχαν όπλα γιατί δεν κάνανε επανάσταση το ’21 αλλά περιμένανε να τους απελευθερώσει η Ελλάδα όταν πλέον είχε γίνει κράτος;»             
Όλες αυτές οι αναφορές του κ. Πάγκαλου α) αδικούν κατάφωρα την Κρήτη, γιατί δε συνάδουν με την ιστορία της, β) βεβηλώνουν τη μνήμη των μυριάδων νεκρών της που σ’όλες τις περιόδους της ιστορίας της (και μάλιστα στην Επανάσταση του ’21) προτίμησαν τον ένδοξο θάνατο στα πεδία των μαχών για την ελευθερία τους αντί του φυσικού θανάτου μέσα σε μια σκλαβωμένη ζωή και γ) θίγουν το φιλότιμο του σημερινού κρητικού λαού που αισθάνεται υπερήφανος για τους προγόνους του οι οποίοι με αυταπάρνηση αγωνίστηκαν για την ελευθερία όχι μόνο της Κρήτης αλλά, εθελοντικά και της μητέρας πατρίδας [βλ. ‘Αλωση της Κωνσταντινούπολης, επανάσταση στην Πελοποπόννησο (βλ. Απομν. Μακρυγιάννη), Μακεδονικό Αγώνα, Βαλκανικούς πολέμους (Τάγμα επιλέκτων Κρητών υπό Αρ. Κριάρη), Β’ Παγκ. Πόλεμο κ.ά.].                                                                                  
Ας δούμε όμως τη βασιμότητα όσων ανέφερε ο κ. Πάγκαλος για το ότι οι Κρητικοί «δεν κάνανε Επανάσταση το ’21». Έπειτα θα εξετάσουμε τη δυνατότητα αλλά και τη σκοπιμότητα υλοποίησης του αφοπλισμού του κρητικού λαού.                             
α) Από καμία ιστορική πηγή ελληνική ή ξένη  (σύγχρονη ή μεταγενέστερη) της Εθνικής Επανάστασης του 1821 δεν αναφέρεται ότι η Κρήτη δεν επαναστάτησε κατά της Τουρκικής κυριαρχίας την περίοδο αυτή (1821-1830). Είναι αλήθεια ότι η Επανάσταση στην Κρήτη δεν κηρύχτηκε ταυτόχρονα με την κήρυξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο (21-25 Μαρτίου 1821). Ο ιστορικός Σπυρ. Τρικούπης γράφει: «Αν και η επανάστασις εξηπλώθη καθ' όλην την Πελοπόννησον και διεδόθη και εις το Αιγαίον, αν και πλοία υπό σημαίαν ελληνικήν εφαίνοντο κατά τα παράλια της Κρήτης, οι κάτοικοι αυτής χριστιανοί,  και επί των πεδινών και επί των ορεινών τόπων, δεν εσείσθησαν παντάπασιν.» (Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τομ. Α’, Έκδ. Ι.Ν.Σιδέρη, Αθήναι 1925, σσ. 145-146).                                     
Εικάζω ότι ο κ. Πάγκαλος υιοθέτησε αβασάνιστα την παραπάνω άποψη του Τρικούπη για τους Κρητικούς, την οποία όμως ανασκεύασαν άλλοι ιστορικοί και κυρίως ο Βασ. Ψιλάκης (Ιστορία της Κρήτης, Τομ. Γ’, Εν Χανίοις 1909,σσ. 335-336). Ο Τρικούπης, όπως σωστά παρατήρησε ο Γρηγ. Παπαδοπετράκης (Ιστορία των Σφακίων, Εν Αθήναις 1888, σ. 169), κατέληξε σ’αυτό το συμπέρασμα «εκ της βραδύτητος των εχθροπραξιών», επειδή δηλ. οι Κρητκοί δεν επαναστάτησαν ταυτόχρονα με τους Πελοποννήσιους ή και με μερικούς άλλους νησιώτες κατά την περίοδο απο 21 Μαρτίου ’21 – επεισόδιο στα Καλάβρυτα – μέχρι και το β΄10ήμερο του Απριλ.’21 (Σπέτσες, Ψαρά, Ύδρα, Σάμος, Μύκονος, Κάσος). Περισσότερο επικριτικός ο Ψιλάκης επισημαίνει ότι ο Τρικούπης «δεν εγίνωσκε τι εγίνετο και αληθώς εν τη μεγαλομάρτυρι νήσω συνέβαινε» (σ.336, υποσ. 1).
Ο ίδιος ο Τρικούπης, μονολότι κατέγραψε αυτά για τους Κρητικούς, παραθέτει πλήθος στοιχείων για τις ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες που επικρατούσαν τότε στην Κρήτη και μεταξύ άλλων τονίζει (σ.144): «Ουδαμού της αποστατησάσης Ελλάδος ο αριθμός των Τούρκων ως προς τον των χριστιανών ήτο τόσον πολύς, ή ο χαρακτήρ αυτών τόσον κακοποιός, ή το σύστημά των τόσον ολέθριον, όσον εν Κρήτη». Τις  δύσκολες συνθήκες, στις οποίες ζούσαν οι χριστιανοί της Κρητης τότε, έχοντας υπόψη του και ο Κ. Παπαρρηγόπουλος επισημαίνει: «Άπορον δε θέλει φανή πώς και αύτη (δηλ.  η Κρήτη) επανέστη και μάλιστα πώς κατόρθωσε να παρατείνη μέχρι τινός την επανάστασιν αυτής άμα αντιπαραβάλωμεν  τα κατά την νήσον ταύτην προς την της Πελοποννήσου κατάστασιν και θέσιν» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμ. ΣΤ΄, 1925, σ.77).          Σχετικά με την αναλογία Ελλήνων και Τούρκων στην Κρήτη το 1821 οι ιστορικοί αναφέρουν ότι οι κάτοικοι του νησιού ανέρχονταν στις 290 χιλιάδες, από τους οποίους οι 160 χιλ. ήταν Έλληνες και οι 130 χιλ. Τούρκοι. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι, ενώ στην Πελοπόννησο υπήρχε μόνο ένας πασάς-διοικητής, στην Κρήτη υπήρχαν τρεις πασάδες-διοικητές με τρία διοικητικά κέντρα-κάστρα (Ηράκλειο, Ρέθυμνο, Χανιά ). Ο πασάς του Μεγάλου Κάστρου (Ηρακλείου) είχε το αξίωμα του Βεζύρη. Σχετικά με τη σύνθεση του πληθυσμού στην  Πελοπόννησο αναφέρεται ότι ανά 11 Έλληνες αντιστοιχούσε 1 Τούρκος, ενώ στην Κρήτη ανά 1,2 Έλληνες αντιστοιχούσε 1 Τούρκος.                                    
΄Ομως οι Κρητικοί, παρά τις όποιες δυσχέρειες αντιμετώπιζαν, επαναστάτησαν κατά του Τούρκου κατακτητή και δεν περίμεναν άπραγοι από το ελληνικό κράτος να τους χαρίσει την ελευθερία τους. Το ότι οι Κρητικοί δεν ξεσηκώθηκαν ταυτόχρονα με τους Πελοποννήσιους τον Μάρτιο του ’21 ή τον Απρίλιο ή ακόμη και τον Μάιο αυτό δε σημαίνει ότι δεν επαναστάτησαν κατά του αιμοχαρή Τούρκου κατακτητή. Και άλλες τουρκοκρατούμενες περιοχές της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας, λόγω των κατά τόπους ειδικών συνθηκών, επαναστάτησαν σχεδόν δυο μήνες (ή και παραπάνω) από την ημέρα κήρυξης της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. Η Δυτική Στερεά (Μεσολόγγι) επαναστάτησε στις 20 Μαΐου του ’21, η Εύβοια στις 8 Μαΐου, η Χαλκιδική στα μέσα Μαΐου, η ΝΑ Θεσσαλία (Μηλιές) 7 Μαΐου, η Ήπειρος τον Ιούνιο –Ιούλιο του ’21, ενώ η Δ. Μακεδονία τον Φεβρ. του ’22 και ο Όλυμπος τον Μάρτιο του ’22. Και από τα νησιά η Σαντορίνη στις 5 Μαΐου, ενώ η Άνδρος στις 10 Μαΐου.       
Και στην Κρήτη, όπως είχε συμβεί στην Πελοπόννησο αλλά και σε άλλες περιοχές, από το 1819 είχαν φθάσει απόστολοι της Φιλικής Εταιρείας οι οποίοι είχαν μυήσει πολλούς στην Εταιρεία και αυτοί με τη σειρά τους άλλους (Εμμ. Βερνάρδος, Παγκ. Βαρνάβας, Αναγν. Μανουσογιαννάκης κ.ά.). Με την αναγκαία μυστικότητα  προετοίμαζαν την εξέγερση και στην Κρήτη.  Βέβαια η πικρή εμπειρία από την πανωλεθρία στην οποία είχε καταλήξει, κυρίως για τους Σφακιανούς, η επανάσταση του Ιωάννη Βλάχου (=Δασκαλογιάννη) το 1770 έκανε τους Κρητικούς επιφυλακτικούς και πιο προσεκτικούς για μια νέα απόπειρα αποτίναξης του Τουρκικού ζυγού. Παρόμοιες ήταν, ως γνωστό, και οι κινήσεις και οι αντιδράσεις και στην Πελοπόννησο λόγω της αποτυχίας των Ορλωφικών (βλ. τη μυστική σύσκεψη προκρίτων, αρχιερέων και Φιλικών στη Βοστίτσα 26-29 Ιαν. 1821). Όπως στην Πελοπόννησο, όταν η Τουρκική διοίκηση άρχισε να υποψιάζεται τις κινήσεις των Ελλήνων  για εξέγερση – ήδη στις παραδουνάβιες ηγεμονίες εξελισσόταν το κίνημα του Αλ. Υψηλάντη – κάλεσε στις αρχές Μαρτίου του 1821 τους προκρίτους και αρχιερείς της Πελοποννήσου στην Τριπολιτσά με το πρόσχημα της έκτακτης σύσκεψης (ενώ ο σκοπός της ήταν να τους κρατήσει ως ομήρους και εγγυητές της υποταγής των κατοίκων), έτσι ακριβώς και στην Κρήτη τέθηκε σε εφαρμογή το ίδιο σχέδιο, το οποίο αναμφισβήτητα  είχε καταστρωθεί από την Υψηλή Πύλη. Όταν έφθασαν στην Κρήτη οι ειδήσεις για την έκρηξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, ο βεζύρης του Μεγάλου Κάστρου εξανάγκασε τον Μητροπολίτη Κρήτης Γεράσιμο Παρδάλη να προσκαλέσει στο Ηράκλειο με την πρόφαση συσκέψεως και εδώ τους επισκόπους της νήσου. Έτσι άρχισε το σχέδιο εκφοβισμού και τρομοκράτησης των χριστιανών του νησιού. Ο μητροπολίτης Γεράσιμος όμως, μυημένος στη Φιλική Εταιρεία, παράλληλα με την πρόσκληση, αλλά μυστικά, ειδοποιούσε τους επισκόπους να μην προσέλθουν στη σύσκεψη. Πέντε επίσκοποι, οι οποίοι παρά ταύτα πήγαν στο Ηράκλειο, κρατήθηκαν ως όμηροι και για εκφοβισμό των χριστιανών (κληρικών και λαϊκών) απαγχονίστηκαν από τις Τουρκικές αρχές.
Οι πολύπαθοι και ανυπότακτοι Σφακιανοί παρακολουθούσαν τις βιαιοπραγίες των Τούρκων στο νησί και ήταν ανήσυχοι για την τύχη ολόκληρου του χριστιανικού πληθυσμού της Κρήτης. Με άκρα μυστικότητα συνήλθαν στα «Γλυκιά Νερά» των Σφακίων στις 7 Απρ. ’21 οι γέροντες και οι φρονιμότεροι Σφακιανοί, όπου εξέτασαν τη διαμορφούμενη κατάσταση, στάθμισαν τα πράγματα και, επειδή έκριναν ότι υπάρχει παγγενής κίνδυνος στο νησί, αποφάσισαν ομοφώνως να κηρύξουν την επανάσταση, παραμερίζοντας τις επιφυλάξεις τους για τη σύμπραξη και των άλλων επαρχιών και τους φόβους τους για απομόνωση της Κρήτης, όπως είχε συμβεί στην Επανάσταση του Δασκαλογιάννη. Έκριναν όμως σκόπιμο να θέσουν την  απόφασή τους υπό την έγκριση των πολλών, οι οποίοι θα σήκωναν στις πλάτες τους και το μεγαλύτερο βάρος του άνισου αγώνα. Συνήλθαν λοιπόν στις 15 Απρίλ. του ’21 στην εκκλησία της Παναγίας στο Λουτρό Σφακίων όλοι οι πρόκριτοι των Σφακίων σε αντιπροσωπευτικότερη  συνέλευση όπου αποφάσισαν και αυτοί παμψηφεί την κήρυξη της Επανάστασης και έδωκαν εντολές στους εμποροπλοιάρχους των Σφακίων (είχαν πάνω από 30 τριίστια πλοία) με δικές τους δαπάνες να προμηθεύονται από όπου μπορούσαν  όπλα και πολεμοφόδια για τις ανάγκες του πολέμου.                                                            
Οι Τούρκοι επιμόνως ζητούσαν από τους Σφακιανούς να τους παραδώσουν τα όπλα (ήταν όλα κι όλα περίπου 800!) για να πάρουν από τον Καλλικράτη τη Λεωνίδεια απάντηση των Σφακιανών: «Λοιπόν εξάπαντος θέλετε, αγάδες, τα όπλα μας, δια να πάρετε με ευκολίαν ύστερα και τη ζωή μας! Δεν σας τα δίδομεν λοιπόν και ας έλθουν οι πασάδες να τα πάρουν. Και εσείς να φύγετε το ντελόγο (=πάραυτα) από ’πα να μην φάτε και την κεφαλή σας» (Παπαγρηγοράκης, σ.181).                                                     
Ύστερα από αυτά η ιαχή της Επανάστασης μεταδιδόταν αστραπιαία από άκρου εις άκρον στην Κρήτη και κρίθηκε επιτακτική η ανάγκη συγκρότησης μιας Ανώτατης πολιτικής Αρχής που θα διαχειριζόταν όλα τα ζητήματα της Επανάστασης.                                    
Όπως στην Πελοπόννησο συγκροτήθηκαν αρχικά τοπικά συμβούλια για τη διαχείριση του πολέμου (Μεσσηνιακή Γερουσία, Αχαϊκό Διευθυντήριο, Καγκελλαρία του Άργους και έπειτα η Πελοποννησιακή Γερουσία) αλλά και σε άλλες περιοχές [Γερουσία της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος (Μεσολόγγι) και Άρειος Πάγος (=Γερουσία Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος) (Σάλωνα)], έτσι και στην Κρήτη συγκλήθηκε συνέλευση στο Λουτρό Σφακίων στις 21 Μαΐου του ’21 και εξέλεξε την Καγκελλαρία των Σφακίων (ένα εξαμελές συμβούλιο από ευκατάστατους και συνετούς Σφακιανούς και ένα γραμματέα, πρόσφυγα από το Ηράκλειο). Έδρα της Καγκελλαρίας ορίστηκε το Λουτρό. Στις 29 Μαΐου του ’21 η Καγκελλαρία συγκάλεσε Γενική Συνέλευση στην εκκλησία της Παναγίας της Θυμιανής στα Σφακιά για την εκλογή των οπλαρχηγών όλων των επαρχιών της Κρήτης. Εκλέχτηκε 50μελής επιτροπή (33 Σφακιανοί και 17 από την υπόλοιπη Κρήτη)  και αυτή προχώρησε στην εκλογή των οπλαρχηγών – στρατηγών οι οποίοι θα αναλάμβαναν την οργάνωση των επαναστατών στις επαρχίες. Τα Σφακιά ορίστηκαν ως Γενικόν Στραταρχείον Κρήτης. Ακολούθησε στ’ Ασκύφου Στρατιωτικό Συμβούλιο των στρατηγών στο οποίο πάρθηκαν αποφάσεις για τον χρόνο και τον τρόπο των επιθέσεων.                                                                    
Η πρώτη οργανωμένη μάχη έγινε στον Λούλο Χανίων στις 14 Ιουνίου 1821. Ήταν νικηφόρα για τους Έλληνες. Αρχιτέκτονας της νίκης ήταν ο Γεώργιος Δασκαλάκης, ο και Τσελεπής επονομαζόμενος, εγγονός του θρυλικού ήρωα Δασκαλογιάννη. Έκτοτε γενικεύτηκαν οι συγκρούσεις [Άη Γιάννης, Αργυρούπολη (16 Ιουν.), Επισκοπή, Φρούριο Αρμυρού (19 Ιουν.), Αμάρι, Άγιος Βασίλειος, Αυλοπόταμος κ.ά.)]. Μέσα σε 20 μέρες οι επαναστάτες καθάρισαν τη μισή Κρήτη.                                                                  
Οι Τούρκοι έντρομοι εγκατέλειπαν την ύπαιθρο και κλείνονταν στις πόλεις – κάστρα όπου επιδίδονταν στη σφαγή των εκεί Χριστιανών (ανδρών – γυναικών, γερόντων και παιδιών), ενώ οι ξεκουκούλωτοι Κρητικογενίτσαροι έκαιγαν μοναστήρια και εκκλησίες και έσφαζαν αρχιερείς, ηγουμένους, κληρικούς και μοναχούς. Στις 15 Ιουνίου απαγχονίστηκε στα Χανιά ο επίσκοπος Κισσάμου Μελχισεδέκ Δεσποτάκης (μυημένος στη Φιλική Εταιρεία) και στις 24 Ιουνίου ο μητροπολίτης Κρήτης Γεράσιμος Παρδάλης, Φιλικός και αυτός όπως είπαμε παραπάνω, κατακρεουργήθηκε στο Ηράκλειο. Οι ιστορικοί καταγράφουν τον θάνατο 730-800 χριστιανών στο Ηράκλειο σε μια μόνο ημέρα (23 Ιουν. 1821).
Η Υψηλή Πύλη ανησυχούσε μήπως επικρατήσει η Επανάσταση στην Κρήτη, οπότε οι Κρητικοί θα έσπευδαν να ενισχύσουν τους επαναστάτες στην Πελοπόννησο. Έθεσε λοιπόν σε εφαρμογή ένα σχέδιο ολέθριο για την Κρήτη και για την Πελοπόννησο (αν όχι για όλη την επαναστατημένη Ελλάδα). Συμφώνησε με τον φιλόδοξο σατράπη της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή (αλβανικής καταγωγής γεννημένο στην Καβάλα το 1769) να αναλάβει αυτός με δικές του δυνάμεις και δαπάνες την καταστολή της Επανάστασης στην Κρήτη με αντάλλαγμα την παραχώρηση σε αυτόν της διοίκησης και της νομής της Κρήτης για μια 10ετία. Έτσι ο σουλτάνος Μαχμούτ θα πετύχαινε «μ’ έναν σμπάρο δυο τρυγόνια», δηλ. την εξασφάλιση της κυριαρχίας του τόσο στην Κρήτη όσο και στην Πελοπόννησο (τουλάχιστον).              
Στις 22 Μαΐου 1822 κατέφθασαν στη Σούδα 114 πλοία από τα οποία αποβιβάστηκαν 10 χιλ. τακτικού αιγυπτιακού στρατού, πολλοί άτακτοι Αλβανοί και αρκετό ιππικό. Όλη η δύναμη ήταν υπό τη διοίκηση του Χασάν Πασά, γαμπρού του Μεχμέτ Αλή. Παρόμοιες αποβάσεις αιγυπτιακού στρατού στην Κρήτη επαναλήφθηκαν και αργότερα. Μέσα σε δυο χρόνια οι δυνάμεις κατοχής κατάφεραν, παρά την αντίσταση των χριστιανών κατοίκων, να ελέγξουν την κατάσταση στο νησί και με πρωτοφανείς αγριότητες να κάμψουν τη δύναμη, όχι όμως και το φρόνημα, των επαναστατών. Το σουλτανικό σχέδιο επέτυχε και στις 22 Φεβρ. του ’24 αιγυπτιακές δυνάμεις από 4 χιλ. πεζούς και 500 ιππείς υπό τον Ιμπραήμ αποβιβάζονταν στη Μεθώνη (είχαν αποπλεύσει από τη Σούδα αρχές Φεβρ.) με τις γνωστές συνέπειες για την εξέλιξη της επανάστασης στην Πελοπόννησο και όχι μόνον. Οι Κρητικοί δε σταμάτησαν, έστω και με τη μορφή αντάρκτικων ομάδων (των Καλησπέριδων), να αγωνίζονται για τη λευτεριά τους, στο όνομα της οποίας πρόσφεραν εκατόμβες νεκρών (Μίλατος, Μελιδόνι κ.ά.). Γενικά εκτιμάται ότι την περίοδο 1821-1830 χάθηκε ο μισός χριστιανικός πληθυσμός της Κρήτης (βλ. Στεφ. Α. Ξανθουδίδου, Επίτομος Ιστορία της Κρήτης, Εν Αθήναις 1909, σ. 140). Όμως οι θυσίες των Κρητικών δε δικαιώθηκαν, όταν με το πρωτόκολλο του Λονδίνου της 22 Ιαν. / 3 Φεβρ. του 1830 αναγνωρίστηκε η ίδρυση ελεύθερου και ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους, επειδή η Κρήτη έμενε εκτός των ορίων του. Γι΄ αυτό δε θα ήταν υπερβολή, αν υποστήριζε κάποιος ότι οι Κρητικοί πλήρωσαν την ανδρεία τους στον αγώνα κατά των Τούρκων με άλλα 68 χρόνια σκλαβιάς μέχρι το 1898 [για 10 χρόνια υπό τους Τουρκοαιγύπτιους (1830-1840) και για άλλα 58 χρόνια και πάλι υπό τους Τούρκους]. Και τότε οι επαναστάσεις των Κρητικών κατά των Τούρκων κατακτητών  ήταν συνεχείς με στόχο την απελευθέρωση και την ένωση της νήσου με την Ελλάδα. Επομένως και πάλι ελέγχεται ως ανακριβής η εκτίμηση του κ. Πάγκαλου ότι τάχα οι Κρητικοί περίμεναν το Ελληνικό Κράτος, όταν δημιουργήθηκε, να τους ελευθερώσει. Οποία αδικία!     β) Και τώρα ας δούμε τα σχετικά με τον αφοπλισμό των Κρητικών για τον οποίο μίλησε ο κ. Πάγκαλος. Η οπλοφορία στην Κρήτη είναι παράδοση πολλών αιώνων, αλλά πάντα σχετιζόταν με τους τυράννους των Κρητικών. Παραθέτω το επόμενο ποίημα, το οποίο είναι μετάφραση ενός ποιήματος του αρχαίου Κρητικού ποιητή Υβρία (500 π.Χ.). Το ποίημα σε μετάφραση του Εμμ. Βιβυλάκη δημοσιεύτηκε μαζί με το πρωτότυπο στην εφημερίδα «Ραδάμανθυς» το 1841 στον Βαφέ Αποκορώνου:

Ο πλούτος μου είναι το σπαθί κι η δόξα το τουφέκι                                                                                                                                                            που ρίχνει στους τυράννους μου φωτιά κι αστροπελέκι.                                

Για γούνα έχω το ράσο μου, κοντό χωρίς τσοχάδες,                                           

 οπού σκεπάζει το κορμί, που δεν ψηφά τσ’ αγάδες.                                            

Μ’ αυτά τρυγώ, μ’ αυτά πατώ, μ’ αυτ’ αλωνοθερίζω,                                        

 μ’ αυτά και τσ’ αξαρμάτωτους σαν βασιλιάς ορίζω.                                           

Κι όσοι στη μέση τ’ άρματα σαν άνδρες δε φορούσι                                         

 σαν σκύλοι στα ποδάρια μου πέφτουν και προσκυνούσι.

(Από την έκδοση Παύλου  Γ. Βλαστού, Ο γάμος εν Κρήτη. Εν Αθήναις 1893. Φωτοτυπική ανατύπωση 1987).
Σε περιόδους τυραννίας λοιπόν οι Κρητικοί «εσιδηροφόρουν», αλλά σε περιόδους ειρήνης και ελευθερίας, όπως είναι και η εποχή που ζούμε, δεν μπορεί να είναι ανεκτή ούτε η οπλοφορία ούτε βέβαια η οπλοχρησία. Η οπλοκατοχή όμως είναι άλλο ζήτημα και οφείλουμε να τη δούμε από διαφορετική σκοπιά. Η Κρήτη πολλές φορές στο παρελθόν βρέθηκε στην ανάγκη να υπερασπιστεί μόνη της την ελευθερία της, την ύπαρξή της. Τα όπλα όμως που είχε στη διάθεσή της ήταν λίγα και δεν επαρκούσαν για τον εξοπλισμό των κατοίκων – υπερασπιστών της. Εκτός από την περίοδο της Επανάστασης του ’21, κατά την οποία οι Τούρκοι μπορούσαν να παρατάξουν 20 χιλ. τακτικού και καλά εξοπλισμένου στρατού ενώ οι Έλληνες μόνο 3 χιλ. το πολύ, στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κατά τη θρυλική Μάχη της Κρήτης (20-30 Μαΐου 1941) οι Κρητικοί, τις πρώτες μέρες τουλάχιστον, όρμησαν στη μάχη σχεδόν άοπλοι (με τις κατσούνες και τα τσεκούρια), επειδή το 1938 το καθεστώς της 4ης Αυγούστου είχε επιβάλει τον αφοπλισμό των κατοίκων της μεγαλονήσου. Η δύναμη πυρός της άμυνας της Κρήτης στη γερμανική λαίλαπα είχε εξασθενήσει για δυο ακόμα λόγους:            α) γιατί η V μεραρχία είχε μεταφερθεί στο μέτωπο της Βορείου Ελλάδας για την απόκρουση της Ιταλικής επίθεσης και β) γιατί τουλάχιστον οι Έλληνες μαχητές που είχαν μεταφερθεί όπως όπως από την Ελλάδα στην Κρήτη (κυρίως νεοσύλλεκτοι στρατιώτες, μαθητές της Σχολής Ευελπίδων και οπλίτες της Σχολής Χωροφυλακής) ή αποβιβάστηκαν στο νησί εντελώς άοπλοι ή σε όσους διέθεταν όπλο είχαν δοθεί ελάχιστα φυσίγγια (5-20). Τον εξοπλισμό των Ελλήνων μαχητών στην Κρήτη είχαν υποσχεθεί οι σύμμαχοι (Άγγλοι), αλλά ποτέ δεν τον πραγματοποίησαν, για πολλούς λόγους. Είναι χαρακτηριστικοί οι στίχοι του δημοτικού τραγουδιού:
Χίτλερ να μην το καυχηθείς πως πάτησες την Κρήτη,
ξαρμάτωτη την ηύρηκες και λείπαν τα παιδιά της...
(ξαρμάτωτη, ακριβώς γιατί οι Έλληνες υπερασπιστές της ή δεν είχαν καθόλου ή είχαν ελλιπέστατο οπλισμό· και λείπαν τα παιδιά της, γιατί η V μεραρχία, την οποία στελέχωναν Κρητικοί, είχε μεταφερθεί αλλού).
Χαρακτηριστικοί όμως είναι και οι στίχοι άλλου δημοτικού τραγουδιού που αναφέρεται στον εξοπλισμό των Κρητικών στη Μάχη της Κρήτης:

...κι ο Διγενής σέρνει φωνή από τον Ψηλορείτη:
-Απού’χει άρματ’ ας βαστά και απού δεν έχει ας βρίστει.
(Δηλ. όποιος έχει όπλα να τα κρατά και όποιος δεν έχει να βρίσκει, σκοτώνοντας δηλ. τον εχθρό να παίρνει τα όπλα του)                                                                             
Αυτές οι διαπιστώσεις μάς επιτρέπουν να σκεφτούμε πως αν δεν είχε γίνει ο αφοπλισμός των κατοίκων της Κρήτης το 1938 ή αν οι Κρητικοί είχαν εξοπλιστεί όσο και όπως απαιτούσαν οι περιστάσεις και αν είχαν τοποθετηθεί αυτοί στην πρώτη γραμμ ή στη Μάχη της Κρήτης, για παράδειγμα αν σ΄αυτούς είχε ανατεθεί η υπεράσπιση του Υψώματος 307 στο Μάλεμε, πιθανότατα η εξέλιξη της Μάχης της Κρήτης να ήταν διαφορετική από αυτήν που όλοι γνωρίζουμε με αλυσιδωτές συνέπειες.                           
Η οπλοφορία και οπλοχρησία των Κρητικών λοιπόν πρέπει να σταματήσει, γιατί όχι μόνο δε βοηθάει σε τίποτα το νησί αλλά είναι και επικίνδυνη, αφού τροφοδοτεί με αλαζονεία, εγωισμό και ψευτοπαλληκαριά ανόητους χρήστες, οι οποίοι έχουν πολλές φορές βυθίσει σε πένθος τον πληθυσμό με τους επιπόλαιους χειρισμούς των όπλων και τους άσκοπους πυροβολισμούς. Καλό θα ήταν, επίσης, να μην επιτρέπεται ούτε η οπλοκατοχή στο νησί και ακόμα καλύτερο να μην υπάρχει ανάγκη να κατασκευάζονται τα φονικά όπλα και να χρησιμοποιούνται για την αλληλοεξόντωση των ανθρώπων όχι μόνο στην Κρήτη αλλά και πουθενά στην οικουμένη. Επειδή όμως «όσο η φύση των ανθρώπων θα εξακολουθεί να είναι η ίδια, δεν θα παύσουν οι πόλεμοι» και για να μη βρεθεί ξανά η Κρήτη στην αδυναμία που βρέθηκε πολλάκις στο παρελθόν και κυρίως στη Μάχη της Κρήτης το Μάϊο του 1941, δε θα ήταν φρόνιμο από την πλευρά της Ελληνικής πολιτείας να επιχειρηθεί, όπως προτείνει ο κ. Πάγκαλος, ο αφοπλισμός των κατοίκων, γιατί και αδύνατος είναι, αφού όλα τα όπλα δεν είναι δηλωμένα ούτε κρέμονται μόνο δίπλα στα εικονίσματα των σπιτιών, και εθνικά επικίνδυνος. Αυτό που οφείλει η Ελληνική πολιτεία είναι να ελέγξει την οπλοφορία και την οπλοχρησία και πριν από αυτό να σταματήσει την παράνομη εισαγωγή όπλων στο νησί με τα οποία εφοδιάζονται όλοι αυτοί οι ανόητοι κουμπουρατζήδες.                                               
Ύστερα από όλα αυτά διερωτάται ο απλός πολίτης: γιατί ο κ. Πάγκαλος με τις παραπάνω δηλώσεις του έδωκε το δικαίωμα, όχι αδικαιολόγητα βέβαια, να σκεφτεί κανείς πόσο θα μπορούσε να υπερασπιστεί τα εθνικά μας συμφέροντα ένας επικεφαλής της Ελληνικής Διπλωματίας με τέτοια στρεβλή ενημέρωση και με τέτοιες εμπρηστικές και διχαστικές δηλώσεις;

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Εκδήλωση στον Πύργο του Σταυρού της Καντάνου

Εκδήλωση από το Σύλλογο Επιστημόνων Σελίνου και πολιτιστικούς συλλόγους της περιοχής, στον Πύργο του Σταυρού της Καντάνου, στις 28-6-2014

Ο Σύλλογος Επιστημόνων Σελίνου ανακοινώνει ότι σε συνεργασία με  τον Πολιτιστικό και μορφωτικό σύλλογο Καντάνου, τον Πολιτιστικό σύλλογο του Ανατολικού Σελίνου «το Ψηλάφι», τον Φιλοπρόοδο σύλλογο Ροδοβανίου, τον Πολιτιστικό σύλλογο Καμπανιωτών-Μαραλιωτών και τον σύλλογο των απανταχού Μαζιωτών "Οι ρίζες", διοργανώνουν στις 28 Ιουνίου 2014, ημέρα Σάββατο και ώρα 10.30 εκδήλωση στον Πύργο του  Σταυρού της Καντάνου.
Ο Σταυρός της Κανδάνου  είναι ένας από τους πιο ιστορικούς  τόπους του Σελίνου αλλά και ολόκληρου  του νομού Χανίων, αφού εκεί έγιναν  πάρα πολλές μάχες  με τους Τούρκους κατά τις διάφορες  Κρητικές επαναστάσεις, από την επανάσταση του  1821 μέχρι και την επανάσταση του 1896-1897.
Εκδήλωση  στον  τόπο  αυτό  γίνεται για πρώτη φορά  από  τότε που τελείωσαν οι επαναστάσεις  πριν 117 χρόνια,  δηλαδή το 1897.  Στην εκδήλωση που θα γίνει θα είναι κύριος ομιλητής ο πρ. καθηγητής της Φιλοσοφικής σχολής στο πανεπιστήμιο Αθηνών κ. Ευτ. Τωμαδάκης.
.
Η εκδήλωση έχει σαν σκοπούς:
1)Την απόδοση φόρου τιμής στο πλήθος των επαναστατών  που σκοτώθηκαν, τραυματίστηκαν και πολέμησαν  στις μάχες που δόθηκαν με τους Τούρκους στην περιοχή.
2)Στο να δοθεί η δυνατότητα σε πολλούς  που ενδιαφέρονται να επισκεφτούν  την περιοχή,  που είναι δυσπρόσιτη ,  να το κάνουν οργανωμένα,  να ξεναγηθούν στα ερείπια του Πύργου του Σταυρού της Καντάνου, στις βάρδιες των διαφόρων αρχηγών και να δουν  τα διάφορα μετερίζια που χρησιμοποιούσαν οι αντιμαχόμενοι .
3)Να ακούσουν οι επισκέπτες  έγκυρες ιστορικές αναφορές  για  τα γεγονότα που συνέβησαν στην περιοχή  στις διάφορες επαναστάσεις.
4)Να απολαύσουν οι επισκέπτες την καταπληκτική θέα που παρουσιάζει η περιοχή του Πύργου του Σταυρού.
5)Να αποτελέσει η εκδήλωση αυτή την απαρχή μιας  προσπάθειας για την ανακατασκευή του Πύργου στο μέλλον και τη βελτίωση των δρόμων προσπέλασης στην περιοχή, πράγμα που θα συμβάλει στην πρόοδο και ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής.

Η μετάβαση θα γίνει από το χωριό Σκάφη Σελίνου. Ο αυτοκινητόδρομος που υπάρχει φθάνει μέχρι την καλλιέργεια και το οίκημα Τωμαδάκη που βρίσκεται  στην τοποθεσία Σταυρός. Από την καλλιέργεια αυτή  μέχρι τον Πύργο του Σταυρού δεν υπάρχει αυτοκινητόδρομος και η μετάβαση θα γίνει με τα πόδια. Η απόσταση καλλιέργειας-Πύργου είναι περίπου 500 μέτρα, με μικρή  υψομετρική διαφορά.
 Επειδή ο δρόμος από την Σκάφη μέχρι τον Σταυρό δεν είναι  καλός τα μόνα αυτοκίνητα  που μπορούν να χρησιμοποιηθούν είναι τα 4Χ4 η τα Τζίπ. Δεν μπορούν να πάνε  άλλα επιβατικά αυτοκίνητα η  αγροτικά  που δεν είναι 4Χ4.
Πληροφορίες από τον Πρόεδρο του Συλλόγου Επιστημόνων Σελίνου κ. Λουκά Μπασιά στο τηλέφωνο  6977. 39.02.73.


Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

Ζητείται να δοθεί σε μεγαλύτερο δρόμο της πόλης των Χανίων το όνομα του Εμμ. Μπακλατζή


ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ ΣΕΛΙΝΟΥ              Χανιά
                                                                                                           
http://sylepistselinou.blogspot.com/                                         Αριθμ. Πρωτ.
Κροκιδά 31 Χανιά
Τηλ. 6977390273



Προς: Δήμο Χανίων

Θέμα: Ζητείται να δοθεί σε μεγαλύτερο δρόμο της πόλης των Χανίων  το όνομα του Εμμ. Μπακλατζή




Κύριε Δήμαρχε

Όπως γνωρίζετε ο Εμμ. Μπακλατζής γεννήθηκε το 1900 στο χωριό Μονή Σελίνου. Τελείωσε την φοίτηση του στο Γυμνάσιο Χανίων και σπούδασε στη Νομική σχολή στο πανεπιστήμιο Αθηνών . Όταν ήταν φοιτητής της Νομικής είχε εκλεγεί Πρόεδρος στον σύλλογο Κρητών φοιτητών.
Το έτος 1925 άρχισε να ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου και το έτος 1926 εξέδωσε την εφημερίδα των Χανίων «Παρατηρητής».
Στο κίνημα του 1935 είχε λάβει μέρος και δικάστηκε από το έκτακτο στρατοδικείο σε μεγάλη ποινή.
Για πρώτη φορά εξελέγη βουλευτής Χανίων το 1936 με το κόμμα των Φιλελευθέρων.
Είχε λάβει μέρος στο κίνημα του 1938 κατά της δικτατορίας του Μεταξά, και ήταν ένας από τους αρχηγούς του κινήματος  αυτού.
Μετά την αποτυχία του διέφυγε στην Κύπρο μαζί με άλλους συναγωνιστές του. Εκεί έμεινε για επτά περίπου χρόνια.
Το έτος 1945 επανήλθε στην Κρήτη και συνέχισε να ασκεί το δικηγορικό επάγγελμα. Επίσης συνέχισε την έκδοση της εφημερίδας «Παρατηρητής».
Το 1947 διορίστηκε Γενικός Διοικητής Κρήτης.
Το 1950 εξελέγη βουλευτής με το κόμμα των Φιλελευθέρων. Στην συνέχεια εξελέγη βουλευτής τα έτη 1951, 1952, 1956. Βουλευτής της Ενωσης Κέντρου εξελέγη τα έτη 1961, 1963 και 1964.
Διετέλεσε για χρόνια Πρώτος Αντιπρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων. Επίσης  Πρόεδρος της Βουλής από τον Ιούλιο του 1965 και μετά, για ένα διάστημα.
Πέθανε το 1971 σε ηλικία 71 ετών.
Η προσφορά στα κοινά και η τιμιότητα του Εμμ. Μπακλατζή αναγνωρίζεται  σήμερα από όλους τους Χανιώτες, όπως εύκολα μπορεί να διαπιστώσει κανείς οπουδήποτε κάνει αναφορά στο όνομα του.

Είναι γνωστό ότι ο Δήμος Χανίων, προκειμένου να τιμήσει διάφορες προσωπικότητες που έχουν προσφέρει στην κοινωνία, δίνει το όνομα τους σε ένα δρόμο της πόλης μας. Στην περίπτωση του Εμμ. Μπακλατζή το όνομα του έχει δοθεί σε ένα δρόμο που βρίσκεται πίσω από το Πνευματικό Κέντρο της Μητρόπολης, που έχει σχήμα που ομοιάζει με Γ, συνολικού μήκους περίπου 100 μέτρων και συνδέει τις οδούς Σφακιανάκη και Αντ. Γιάνναρη. Είναι ένας πολύ μικρός δρόμος, χωρίς σχεδόν καθόλου κίνηση, που δίνει στον επισκέπτη την εντύπωση, χωρίς όμως να είναι, του αδιεξόδου.

Όπως εύκολα μπορεί κανείς να διαπιστώσει,  εξετάζοντας τους δρόμους της πόλης των Χανίων και τα ονόματα τους, σε αρκετές περιπτώσεις έχουν κατά καιρούς δοθεί τα ονόματα σπουδαίων ανθρώπων σε πολύ μικρούς δρόμους της πόλης. Αντίθετα υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που τα ονόματα ανθρώπων με πολύ μικρότερη προσφορά στην κοινωνία έχουν δοθεί σε μεγάλους η κεντρικούς δρόμους της πόλης.
Στην περίπτωση του δρόμου που έχει δοθεί για να τιμηθεί ο Εμμ. Μπακλατζής θεωρούμε ότι έχει γίνει κατάφορη αδικία. Θεωρούμε δηλαδή ότι λόγω του έργου του και της προσωπικότητας του,  άξιζε να τιμηθεί με το να δοθεί από τον Δήμο Χανίων,  το όνομα του,  σε ένα μεγαλύτερο και κεντρικότερο δρόμο της πόλης.
Γι αυτό σας παρακαλούμε για τις ενέργειες σας,  ώστε να δοθεί το όνομα του  Εμμ. Μπακλατζή σε ένα άλλο μεγαλύτερο και κεντρικότερο δρόμο στην πόλη μας, ώστε η τιμή που θα του αποδίδεται  να είναι  αντάξια της προσφοράς και της προσωπικότητας του.

.
                                            Για το   Δ. Σ. του συλλόγου


Ο Πρόεδρος                                                          Ο Γ. Γραμματέας



Λ. Μπασιάς                                                            Ι. Ξανθουδάκης

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014

Διοργάνωση επίσκεψης στον Πύργο του Σταυρού της Καντάνου



ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ ΣΕΛΙΝΟΥ                                                                                                                      
http://sylepistselinou.blogspot.com/                                    
Κροκιδά 31 Χανιά
Τηλ. 6977390273

Διοργάνωση επίσκεψης στον Πύργο του Σταυρού της Καντάνου

Την χρονική αυτή περίοδο  είναι η επέτειος των  σπουδαίων  γεγονότων που συνέβησαν στην επαρχία Σελίνου κατά την τελευταία επανάσταση των Κρητικών εναντίον  των Τούρκων, δηλαδή την επανάσταση του 1896-1897. Το Φεβρουάριο του  1897  έγινε η  πολιορκία και η κατάληψη της Καντάνου , η  κατάληψη   του Πύργου του Σταυρού της Καντάνου και η  εκκένωση της Καντάνου από τους Τούρκους . 
Στο Σέλινο  οι εχθροπραξίες με τους Τούρκους κατά  την επανάσταση αυτή   άρχισαν τον Μάϊο του 1896 στο  Αποπηγάδι . Συνεχίστηκαν  κατά  την διάρκεια του καλοκαιριού του έτους  αυτού,  κυρίως στην περιοχή του Σταυρού της Καντάνου. 
Τον Ιανουάριο του 1897  άρχισαν και πάλι οι μάχες στην επαρχία με τους Τούρκους. Συνεχίστηκαν  και τον Φεβρουάριο, με αποτέλεσμα , μετά από   πολιορκία,  να γίνει από τους  επαναστάτες  η  κατάληψη της Καντάνου , η  κατάληψη   του Πύργου του Σταυρού της Καντάνου και τελικά η αποχώρηση των Τούρκων από την Κάντανο. Σύμφωνα με αναφορές που υπάρχουν διεξήχθησαν πολλές  σκληρές και φονικές μάχες  κυρίως  στις γύρω από την Κάντανο και τον  Σταυρό της Καντάνου περιοχές, αλλά και σε άλλα μέρη της επαρχίας.
Από τα παραπάνω προκύπτει  πως κατά την επανάσταση του 1896-1897 η περιοχή του Σταυρού ήταν ένα από τα επίκεντρα των πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ των  Τούρκων και των επαναστατών,  ιδιαίτερα των Σελινιωτών.
Όμως στην  περιοχή του Σταυρού είχαν συμβεί και άλλα πολλά και αξιομνημόνευτα γεγονότα  και στις προηγούμενες επαναστάσεις  εναντίον των Τούρκων. Στην επανάσταση  του 1821 έγιναν μάχες με τον εχθρό και στην περιοχή αυτή.  Στη δε  ευρύτερη περιοχή του Σταυρού  σκοτώθηκε  ο Σφακιανός αρχηγός Τσελεπής.
Κατά τη μεγάλη επανάσταση του  1866-1869 οι  πολεμικές επιχειρήσεις στο νομό Χανίων εναντίον των Τούρκων ξεκίνησαν από το Σέλινο και συγκεκριμένα από την περιοχή του Σταυρού. Κατά την επανάσταση αυτή  κατασκευάστηκε  ο Πύργος του Σταυρού, ένα μεγάλο κτίσμα , στις γύρω περιοχές του οποίου  έγιναν  τα επόμενα χρόνια πολλές μάχες.
Συγκρούσεις στην περιοχή του Σταυρού έγιναν μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων  και κατά την επανάσταση του 1889.
Τελικά, ο  Πύργος του Σταυρού καταλήφθηκε από τους  επαναστάτες  τον Φεβρουάριο του 1897. Ακολούθησε η  καταστροφή του Πύργου. Σήμερα στην περιοχή βρίσκονται μόνο τα ερείπια του  καθώς και πολλά μετερίζια που χρησιμοποιούσαν οι αντιμαχόμενοι.
Μελετώντας  κανείς όλα τα πολεμικά γεγονότα που  συνέβησαν   επί Τουρκοκρατίας στην περιοχή του Σταυρού, σίγουρα θα συμπεράνει ότι είναι ένα από τα ιστορικότερα μέρη του Δήμου Καντάνου-Σελίνου.
Σήμερα δεν υπάρχει αυτοκινητόδρομος που να οδηγεί στο μέρος που βρίσκεται  ο Πύργος του Σταυρού. Επειδή όμως διαπιστώνουμε ότι πολλοί συμπολίτες μας επιθυμούν να μεταβούν στην περιοχή  από ιστορικό ενδιαφέρον αλλά και  για να απολαύσουν την καταπληκτική  θέα που προσφέρεται στον επισκέπτη  από την περιοχή του Πύργου,  που βλέπει προς την περιοχή της Καντάνου αλλά και σε άλλες  περιοχές  κυρίως του Ανατολικού Σελίνου, ο σύλλογος μας αποφάσισε να οργανώσει επίσκεψη στην  περιοχή του Πύργου. Στην οργάνωση της επίσκεψης αυτής ζητά και την συνεργασία όλων των  συλλόγων  της περιοχής του Σελίνου που το  επιθυμούν.
Κατά την επίσκεψη αυτή ο επισκέπτης θα μπορέσει να ακούσει από ειδικούς  για τα διάφορα  ιστορικά γεγονότα  που έλαβαν χώρα στο παρελθόν εκεί, να δεί τον Πύργο όπως είναι σήμερα, τα  διάφορα  μετερίζια  που κατείχαν οι πολεμιστές κτλ. Επίσης να απολαύσει την καταπληκτική ωραιότητα του τοπίου. Θα είναι επίσης μια προβολή αλλά  και μια προσπάθεια για την ανάδειξη ενός σημαντικού ιστορικού τόπου της επαρχίας μας.
Η επίσκεψη θα έπρεπε κανονικά να γίνει τον μήνα Φεβρουάριο,  που είναι η επέτειος των γεγονότων του 1897 που αναφέραμε προηγούμενα .  Όμως λόγω του υψομέτρου της περιοχής και των άσχημων καιρικών συνθηκών  που πιθανόν θα επικρατούσαν,  δεν θεωρήσαμε  σκόπιμο να γίνει τον μήνα αυτό. Γι αυτό την προγραμματίζουμε για τις αρχές  του Ιουνίου 2014. Λεπτομέρειες για την ακριβή ημερομηνία κτλ  θα δοθούν σε άλλη ανακοίνωση που θα γίνει.  
                                                         Για το Δ.Σ.
Ο Πρόεδρος                                                              Ο Γεν. Γραμματέας
             Λουκάς Μπασιάς                                                                            Ιωάν. Ξανθουδάκης

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

Σχετικά με την καταστροφή των χημικών της Συρίας


Ο Σύλλογος Επιστημόνων Σελίνου εκφράζει την πλήρη αντίθεση του και τον εντονότατο προβληματισμό του  σχετικά με την προγραμματισμένη καταστροφή ενός μέρους του χημικού οπλοστασίου της Συρίας στα διεθνή ύδατα της Μεσογείου,  στην θαλάσσια περιοχή δυτικά της Κρήτης.
Εκφράζουμε την ανησυχία μας  ότι είναι δυνατόν  θαλάσσια ρεύματα  να μεταφέρουν  τοξικές ουσίες στα γειτονικά παράλια  της Κρήτης. Αυτό θα έχει σαν συνέπεια να επηρεαστούν  θαλάσσια οικοσυστήματα αλλά και η υγεία των ανθρώπων. Οι  επιπτώσεις μόλυνσης γειτονικών περιοχών  θα  έχουν μεγάλο αντίκτυπο στην οικονομία της ευρύτερης περιοχής και θα  πληγεί ο τουριστικός χαρακτήρας της χώρας και ιδιαίτερα της Δυτικής Κρήτης.
Θεωρούμε θετικές τις αντιδράσεις που έχουν ήδη εκφράσει η Περιφέρεια Κρήτης,  δήμοι,  διάφοροι επιστημονικοί φορείς (π.χ. Ιατρικός Σύλλογος Χανίων) αλλά και ειδικοί επιστήμονες.
Ζητάμε να εφαρμοστούν οι  όροι που αναφέρονται στην διεθνή Συνθήκη του 1982 για το Δίκαιο της Θάλασσας . Επίσης  η Συνθήκη του Λονδίνου του 1972 για τη πρόληψη της θαλάσσιας ρύπανσης από την απόρριψη αποβλήτων.
Ζητάμε από τους  Ελληνες ευρωβουλευτές να προβούν στις δέουσες ενέργειες στο   Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και να συνεργαστούν  με συναδέλφους τους από γειτονικές χώρες, όπως η Ιταλία και η Μάλτα. Επίσης ζητάμε από την ελληνική κυβέρνηση να συνεργαστεί με τις  χώρες που επηρεάζονται και να λάβουν τα αναγκαία μέτρα, ώστε για να μην προχωρήσει μια καταστροφική διαδικασία που είναι δυνατόν να θέσει σε κίνδυνο τα οικοσυστήματα της Μεσογείου και   πλήξει τους μεσογειακούς λαούς.

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

ΤΑ ΛΙΟΤΡΙΒΕΙΑ ΤΟΥ ΛΙΒΑΔΑ ΣΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΣΕΛΙΝΟ

Σκηνές από τον πολιτισμό του λαδιού και της ελιάς


Γράφει ο Δημήτριος Κ. Σειραδάκης


«Ευλογημένο νά ’ναι ελιά, το χώμα που σε τρέφει
κι ευλογημένο το νερό που πίνεις απ’ τα νέφη.
Ευλογημένος τρεις φορές Αυτός που σ’ έχει στείλει,
για το λυχνάρι του φτωχού, για τ’ ´Αγιου το καντήλι.»


Έτσι ύμνησε ένας ποιητής την ελιά, το ευλογημένο εκείνο δέντρο που έθρεψε γενιές και γενιές προγόνων μας αλλά και εμάς τους ίδιους και που ο χυμός του αποτελεί το Α και το Ω της διατροφής του ανθρώπου.
Διαβάζω, συχνά-πυκνά, τον τελευταίο καιρό πολλά για το λάδι, για τον πολιτισμό της ελιάς, για τις δεκοχτούρες ελιές, για τα μνημειακά ελαιόδεντρα, για τις αξιέπαινες προσπάθειες που κάνουν κάποιοι φορείς για την προβολή, για τη διάδοση της κατανάλωσης και γενικότερα για την καταξίωση εκείνου του μοναδικού σε υγιεινή και θρεπτική αξία προϊόντος του τόπου μας.
Και θλίβομαι βαθύτατα όταν βλέπω πόσο δύσκολη είναι αυτή η προσπάθεια σε μια εποχή πλήρους απαξίωσης αυτού του θησαυρού του τόπου μας, όταν η προβολή, η διακίνηση και η διάθεση του λαδιού έχει περάσει στα χέρια αδίστακτων διατροφικών ή εμπορικών ομίλων. (Βλέπε Ισπανικό Όμιλο SOS και όχι μόνο).
Κι εμένα το μυαλό μου αρνείται να συμβιβαστεί μ’ αυτή την ιδέα γιατί θυμούμαι πως η γενιά μου αλλά και οι προγενέστερες, ιδιαίτερα μάλιστα στα ορεινά χωριά του νομού μας, ανατράφηκαν και επέζησαν σε ιδιαίτερα χαλεπούς καιρούς, χάρη σ’ αυτό το ευλογημένο προϊόν.
Γι’ αυτό στο Λιβαδά, θυμούμαι ότι συχνά τραγουδούσαμε: “Λαδάκι και ψωμάκι, λιβαδιανό φαγάκι”.
Κι ήταν τόση η αξία του λαδιού που αποτελούσε όχι μόνο το Α και το Ω της διατροφής και της υγείας των κρητικών αλλά και σπουδαίο μέσο ανταλλαγής στις μεταξύ τους συναλλαγές. Έπαιζε δηλαδή το ρόλο του χρήματος. Π.χ. έδιναν λάδι και έπαιρναν σιτάρι, έδιναν λάδι και έπαιρναν κρασί ή ό,τι άλλο προϊόν είχαν ανάγκη. Οι δε περιφερόμενοι, στα ορεινά κυρίως χωριά, έμποροι και πραματευτάδες ήξεραν πως για να πουλήσουν την πραμάτεια τους έπρεπε απαραιτήτως να αγοράζουν λάδι. Ακόμη και οι ζητιάνοι της παλιότερης εποχής τριγυρνούσαν στα χωριά και κρατούσαν ένα δοχείο, συνήθως έναν γκαζοντενεκέ, στον οποίο έριχναν το λάδι που τους έδιναν οι νοικοκυρές.
Έχω πολλές αναμνήσεις και πολλά βιώματα που έχουν τη ρίζα τους στην ελιά και στο λάδι: π.χ. πώς μάζευαν τότε τις ελιές με το χέρι, πώς τις μετέφεραν και κυρίως πώς τις “βγάζανε” δηλ. ποια κατεργασία τους έκαναν για να βγάλουν το λάδι.
Παρακάτω θα περιγράψω τα λιοτριβειά του Λιβαδά, τις γνωστές φάμπρικες, όπως τις λέγαμε τότε. Επισημαίνω πως η περιγραφή στηρίζεται σε χρήσιμες πληροφορίες που μου έδωσαν κάποιοι φίλοι αλλά κυρίως στις προσωπικές μου αναμνήσεις από τη λειτουργία της φάμπρικας που διατηρούσαν και λειτουργούσαν πριν τον πόλεμο του 1940, ο αείμνηστος πατέρας μου Κωστής Γ. Σειραδάκης και ο επίσης αείμνηστος θείος μου Ιωσήφ Γ. Σειραδάκης.
Η φάμπρικα αυτή καταστράφηκε ολοσχερώς κατά την πυρπόληση του χωριού από τους Γερμανούς, στις 29/9/1943, αλλά οι ιδιοκτήτες της την ανακατασκεύασαν μετά την απελευθέρωση και έτσι λειτούργησε επί πολλά έτη μετά τον πόλεμο. Σώζεται μέχρι και σήμερα στη συνοικία Αντωνιανά του Λιβαδά και ανήκει στους κληρονόμους των αδελφών Κωστή και Ιωσήφ Σειραδάκη, αποτελεί δε « μνημείο» και μουσειακό είδος του πολιτισμού της ελιάς και του λαδιού. Από τη φάμπρικα αυτή έχουν ληφθεί και οι δημοσιευόμενες εδώ φωτογραφίες.
Εκτός από τη φάμπρικα αυτή, μετά τον πόλεμο λειτούργησαν στο Λιβαδά και η επίσης ανακατασκευασθείσα φάμπρικα των αδελφών Ιωάννη και Δημητρίου Γ. Παπαδερού καθώς και η φάμπρικα των αδελφών Μάρκου και Δημητρίου Μπολιεράκη, που ήταν και το μοναδικό διασωθέν από την πυρπόληση οίκημα.
Η ονοματολογία των τμημάτων μιας φάμπρικας, ο τρόπος λειτουργίας της και οι διαδοχικές φάσεις κατεργασίας του ελαιοκάρπου, είναι ενδεχόμενο να παρουσιάζουν κάποιες μικροδιαφορές από χωριό σε χωριό αλλά η βασική φιλοσοφία τους είναι ίδια παντού.
Ο Λιβαδάς είναι ένα ορεινό χωριό, το οποίο λίγο πριν την πυρπόλησή του από τους Γερμανούς, στις 29/9/1943, ήταν πολυάνθρωπο, με πολλούς νέους ανθρώπους, με πολλά παιδιά στο Σχολείο του και με μια ανθούσα και ακμάζουσα οικονομία, η οποία στηριζόταν πρωτίστως στη μεγάλη παραγωγή λαδιού την οποία είχε. Οι κάτοικοί του πίστευαν –και δικαίως- ότι ο Λιβαδάς ήταν το πρώτο λαδοχώρι της περιοχής, αναλογικά με τον αριθμό των κατοίκων του. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι το χωριό είχε δέκα φάμπρικες.
Για την ιστορία θα απαριθμήσω αυτά τα καταπληκτικά εργαστήρια έκθλιψης του ελαιοκάρπου, που σαν κινητήρια δύναμη, χρησιμοποιούσαν τη δύναμη των ζώων αλλά, βεβαίως-βεβαίως και του ανθρώπου.
Έχουμε και λέμε λοιπόν:
Α) Συνοικία Σειραδιανά ή Μέσα Χωριό:
1. Φάμπρικα των αδελφών Μάρκου και Δημητρίου Μπολιεράκη
2. Φάμπρικα των αδελφών Γεωργίου και Ιωάννη Ελληνάκη
3. Φάμπρικα των αδελφών Βαρδή και Ιωάννη Τσουρή.
4. Η «Πολύκοινη», φάμπρικα των αδελφών Χαράλαμπου και Ιωάννη Ι. Σειραδάκη, του Ιωάννη Μ. Σειραδάκη, του Γεωργίου Ι. Τσουρή και του Ιωάννη Π. Γεωργιακάκη
5. Φάμπρικα του Διάκου και του Ιωάννη Μπελιβανάκη.
Β) Συνοικία Αντωνιανά:
6. Φάμπρικα των αδελφών Κωστή και Ιωσήφ Σειραδάκη.
Γ) Συνοικία Παπαδερά:
7. Φάμπρικα των αδελφών Ιωάννη και Δημητρίου Γ. Παπαδερού
8. Φάμπρικα του Εμμανουήλ Παπαδερού, του λεγόμενου γέρο-Μανόλη.
9. Φάμπρικα των λεγόμενων Μιχελιανών Παπαδερών.
10. Φάμπρικα των λεγόμενων Σταυρουλιανών Παπαδερών
Στα δέκα αυτά εργαστήρια «έβγαιναν» όλες οι ελιές του Λιβαδά. Και γίνονταν τα εργαστήρια αυτά αληθινές κυψέλες εργασίας και δραστηριότητας κατά τη διάρκεια του χειμώνα και μέχρι να ολοκληρωθεί το μάζεμα των ελιών. Και επειδή πολλές χρονιές έπεφταν μαζεμένες οι ελιές με αποτέλεσμα να υπάρχει πολύς ελαιόκαρπος για «βγάρσιμο», στις φάμπρικες έκαναν και «νυχτέρια» δηλ. δούλευαν και τη νύχτα –κυρίως αυτήν.
Έτσι πολλά από τα νυχτέρια και τις αποσπερίδες του χειμώνα γίνονταν στις φάμπρικες. Εκεί με αστεία, με κουβέντες και ιστορίες και με τη ζεστασιά της πυρήνας, περνούσαν πολλές από τις κρύες βραδιές του χειμώνα οι κάτοικοι του Λιβαδά. Συχνά-πυκνά βουτούσαν και κανένα χαλί παξιμάδι στο «βρασκί», τρώγανε καμιά ελιά ίσως και κανένα κομμάτι τυρί και η βραδιά περνούσε.
Ιδιαίτερη χαρά γινόταν όταν τύχαινε να ζυμώνει κάποια νοικοκυρά της γειτονιάς. Τότε το φρέσκο ψωμί και το λάδι είχαν την τιμητική τους και όλοι οι παρευρισκόμενοι έκοβαν φέτες φρέσκου ψωμιού, τις βουτούσαν στο «βρασκί» με το λιόλαδο και τις έτρωγαν με μεγάλη όρεξη. Ξεχωριστή ήταν η χαρά των παιδιών που βουτούσαν τα κουλούρια τους στο λάδι.
Σε περιόδους εντατικής λειτουργίας της φάμπρικας, ο αλιτριβειδιάρης ή κάποιος άλλος παρέμενε ξάγρυπνος και δούλευε όλη τη νύχτα για να προκόψει η δουλειά και να βγουν πολλές ελιές. Αυτό γινόταν κυρίως στο πρώτο άλεσμα των ελιών, που δεν χρειαζόταν σφίξιμο, δουλειά που, όπως θα δούμε, απαιτούσε τη σωματική δύναμη δύο τουλάχιστον ανθρώπων.
Οι φάμπρικες, αυτά τα καταπληκτικά εργαστήρια, αποτελούνται από τρία μέρη: Τη στρώση, το πιεστήριο, τον εργάτη.

Και πρώτα η στρώση: Είναι ένα στρογγυλό πετρόχτιστο κατασκεύασμα, σχήματος ανεστραμμένου κόλουρου κώνου, ύψους περίπου ενός μέτρου και ακτίνας 1-1,2 μέτρων στη μεγάλη βάση του. (φωτ. 1) Πάνω στη στρώση υπάρχουν μία ή δύο στρογγυλές πελεκημένες πέτρες, οι λεγόμενες «κατώπετρες», πάνω στις οποίες κινούνται περιστροφικά οι μυλόπετρες. Οι μυλόπετρες μπορεί να είναι μία μόνο πέτρα, οπότε είναι μεγάλη και βαριά, με πάχος γύρω στους 30-35 πόντους και διάμετρο ενός περίπου μέτρου. Αν οι μυλόπετρες είναι μικρές τότε τις λένε μυλάρια και είναι συνήθως τρία: ένα μεγαλύτερο που περιστρέφεται στην κάτω κατώπετρα και δυο μικρότερα που περιστρέφονται στην πάνω κατώπετρα (φωτ. 2).
Γενικώς η μυλόπετρα ή τα μυλάρια είναι στερεωμένα πάνω σ’ έναν ισχυρό ξύλινο κατακόρυφο άξονα που το ένα άκρο του βυθίζεται σε μια οπή της κατώπετρας και το άλλο σε οπή της οροφής και έτσι μπορεί να περιστρέφεται. Πάνω του, με χοντρά σίδερα, είναι στερεωμένη η κοφινίδα, δηλ. ένα ξύλινο κιβώτιο, με σχήμα ανεστραμμένου χωνιού, ανοιχτό από πάνω και με μια μικρή οπή στην κάτω άκρη της (φωτ. 1).
Στον κατακόρυφο ξύλινο άξονα στερέωναν το λεγόμενο «σταβάρι» δηλ. ένα οριζόντιο σίδερο ή ξύλο, το οποίο όταν σπρωχνόταν, κινούσε τον κατακόρυφο ξύλινο άξονα, ο οποίος, με τη σειρά του, παράσερνε σ’ αυτή του τη κίνηση τα μυλάρια και την κοφινίδα (φωτ. 2).
Στο σταβάρι πρόσδεναν με λουρίκες και κουλούρα το μουλάρι ή το άλογο, το οποίο κινούμενο περιστροφικά γύρω από την στρώση, με καλυμμένα τα μάτια, παράσερνε σ’ αυτή του την κίνηση τον ξύλινο άξονα με τα μυλάρια και την κοφινίδα. Μέσα στην κοφινίδα έβαζαν τις ελιές οι οποίες με την περιστροφική κίνηση των μυλαριών έβγαιναν σταδιακά από την κάτω οπή της και απλώνονταν ομοιόμορφα στην κατώπετρα. Εκεί τις έβρισκαν απλωμένες τα μυλάρια και με την περιστροφική τους κίνηση τις άλεθαν. Με τη συνεχή περιστροφική κίνηση των μυλαριών οι ελιές ωθούνταν προς τα έξω και έπεφταν, αλεσμένες πια στη στρώση.
Όταν συμπληρωνόταν μια αλεσιά -γύρω στις 120 οκάδες ελιές- και η στρώση γέμιζε με αλεσμένες ελιές, που ήδη κολυμπούσαν στο λάδι, τότε ο αλιτριβειδιάρης σταματούσε το μουλάρι, το απελευθέρωνε από τα χάμουρα και του έβαζε στο παρακείμενο παχνί «γέμι» δηλ. πολύ και καλό φαγητό γιατί η λειτουργία της φάμπρικας απαιτούσε πολύ κόπο και πολλή δύναμη και από τους ανθρώπους και από τα ζώα.


Την ώρα αυτή ο αλιτριβειδιάρης «ντορμπάδιαζε» δηλ. μέσα στους ντορμπάδες, που ήταν τρίχινοι σάκκοι, σε σχήμα φακέλου, έβαζε τη «ζύμη» δηλ. τις αλεσμένες ελιές και στη συνέχεια τους πήγαινε στο πιεστήριο –το «πλακωτάρι» όπως το έλεγαν (φωτό 3). Εκεί στοίβαζε τον ένα πάνω στον άλλο, συνήθως 10-13 τέτοιους ντορμπάδες, γεμάτους ζύμη και ύστερα τους πίεζε.
Για να στήσει ο αλιτριβειδιάρης όρθια και κατακόρυφη τη στήλη των ντορμπάδων, χρησιμοποιούσε το «τσιτάλι», που ήταν ένα ξύλινο –κυπαρισσένιο ή πευκένιο- δοκάρι μήκους 2 περίπου μέτρων, με το οποίο πίεζε ή υποβοηθούσε διαδοχικά τη στήλη των ντορμπάδων από δεξιά ή αριστερά για να τους διατηρεί σε κατακόρυφη στήλη. Ταυτόχρονα με τα χέρια του αρχικά, περιέστρεφε το πλακωτάρι-πιεστήριο με κατεύθυνση από τα δεξιά προς τα αριστερά. Η περιστροφή αυτή γινόταν με τη βοήθεια ενός χοντρού σιδερένιου κοχλία – αδράχτι τον ονομάζουν -, που το άνω άκρο του βιδώνεται στην πανωσανίδα ενώ στο κάτω άκρο του είναι στερεωμένο το πλακωτάρι. Έτσι όταν ο κοχλίας - αδράχτι κινείται από τα αριστερά προς τα δεξιά βιδώνεται στην πανωσανίδα, δηλαδή ανεβαίνει προς τα άνω και μαζί του ανεβαίνει και το πλακωτάρι. Αντίθετα όταν ο κοχλίας – αδράχτι ξεβιδώνεται, δηλαδή κινείται από τα δεξιά προς τα αριστερά, τότε αυτός κατεβαίνει προς τα κάτω και μαζί του και το πλακωτάρι. Έτσι κατεβαίνοντας το πλακωτάρι προς τα κάτω, πίεζε σταδιακά τη στήλη των ντορμπάδων με τη ζύμη και το λάδι έτρεχε, πολύ-πολύ στην αρχή, λιγότερο μετά, γέμιζε τη «τσιβέρα» και από εκεί με ξύλινο κουτσουνάρι κατέληγε στο «βρασκί», που ήταν ένα πιθάρι βυθισμένο στο δάπεδο της φάμπρικας ή μια μικρή δεξαμενή, ξύλινη ή τσιμεντένια. (Φωτ. 3)
Αυτό ήταν το λεγόμενο «λιόλαδο», που αποτελούσε το εκλεκτότερο λάδι της όλης διαδικασίας της έκθλιψης, μοσχοβολούσε άρωμα και φρεσκάδα και απ’ αυτό οι χωρικοί κρατούσαν το φαγώσιμο λάδι που θα έτρωγαν όλη τη χρονιά. Το έλεγαν «λιόλαδο» σε αντίθεση προς το «πυρηνόλαδο», που ήταν λάδι κατώτερης ποιότητας. Το λιόλαδο ήταν, κατά κάποιο τρόπο, ο ανθός, το ξαθέρι του λαδιού και πιστεύω πως δεν θα μπορούσαν ούτε καν να συγκριθούν μαζί του τα κυκλοφορούντα σήμερα «βιολογικά ή οικολογικά» λάδια, με τους βαρύγδουπους τίτλους και ονομασίες.

Μόλις τέλειωνε το ντορμπάδιασμα, απελευθερωνόταν η στρώση και το μουλάρι είχε χορτάσει, ο αλιτριβειδιάρης ξεκινούσε πάλι την προηγούμενη διαδικασία για να αλεστεί η δεύτερη αλεσιά ελιές. Ενώ γινόταν αυτό, εκείνος ολοκλήρωνε το πίεσμα της πρώτης αλεσιάς, κατεβάζοντας περιστροφικά το πιεστήριο-πλακωτάρι, πότε με τα χέρια του και κάπου-κάπου με το «τσιτάλι».
Όταν τελείωνε το πίεσμα των ντορμπάδων, τους άφηνε λίγο να σουρώσουν και στη συνέχεια, περιστρέφοντας με τα χέρια του, αντιθέτως τώρα, το πλακωτάρι γύρω από τον κοχλία-αδράχτι, το ανέβαζε προς τα άνω, αφήνοντας ελεύθερη τη στήλη των πιεσμένων ντορμπάδων. Ύστερα έπαιρνε τους ντορμπάδες αυτούς με την πιεσμένη ζύμη και τους ξεντορμπάδιαζε, δηλαδή άδειαζε το περιεχόμενό τους σε μια γωνιά του λιοτριβειού.
Με το βγάλσιμο του «λιόλαδου» ολοκληρωνόταν η πρώτη φάση της κατεργασίας της ελιάς και άρχιζε η δεύτερη.
Κατά τη φάση αυτή ο αλιτριβειδιάρης «θρουλούσε» δηλ. θρυμμάτιζε τη ζύμη που έβγαλε το λιόλαδο και μετά την ξαναπερνούσε από τα μυλάρια, δηλ. την άλεθε για δεύτερη φορά, κατά την ίδια ακριβώς διαδικασία που έκανε κατά το πρώτο άλεσμα. Αυτό το δεύτερο άλεσμα πολτοποιούσε τελείως τη ζύμη, η οποία ξανάπεφτε στη στρώση, έτοιμη για το δεύτερο ντορμπάδιασμα.
Όταν αλεθόταν για 2η φορά η ανάλογη ποσότητα, ο αλιτριβειδιάρης σταματούσε το άλογο, το τάιζε κι εκείνος άρχιζε τη διαδικασία του δεύτερου ντορμπαδιάσματος.
Σ’ αυτή τη φάση χρησιμοποιούσε συνήθως γύρω στους τριάντα ντορμπάδες και σε καθένα απ’ αυτούς έβαζε τώρα πολύ λίγη ποσότητα πολτοποιημένης ζύμης. Τους ντορμπάδες αυτούς πάλι τους έστηνε σε κατακόρυφη στήλη στο κέντρο της τσιβέρας κάτω από το ανεβασμένο πλακωτάρι.
Όταν ολοκληρωνόταν το ντορμπάδιασμα κατέβαζε πάλι, με τη βοήθεια του κοχλία, το πλακωτάρι, αρχικά με το χέρι και ύστερα με το τσιτάλι.
Αυτή τη φορά η ζύμη έπρεπε να αποδώσει όλο το υπόλοιπο λάδι που περιείχε και για να γίνει αυτό χρειαζόταν πολύ μεγάλη πίεση. Για να επιτευχθεί αυτή η μεγάλη πίεση χρησιμοποιούσαν δύο καινούργια εργαλεία: Αυτά ήταν «η τσίτα» και ο «εργάτης».
Η τσίτα ήταν ένα ξύλινο δοκάρι πολύ πιο μεγάλο και πιο χοντρό από το τσιτάλι και είχε στην άκρη της μια σιδερένια θηλειά. Η τσίτα τοποθετούνταν οριζόντια σε μια ειδική θήκη που είχε το πιεστήριο. Με τη βοήθεια ενός σιδερένιου κρίκου κοντράριζε το πλακωτάρι, έτσι ώστε, όταν ο αλιτριβειδιάρης έσπρωχνε την τσίτα, αυτή με τη βοήθεια του κρίκου, παράσερνε το πλακωτάρι και το ανάγκαζε να κατεβαίνει σταδιακά προς τα κάτω και να πιέζει τους ντορμπάδες.
Όταν πια δεν μπορούσε η τσίτα να κινείται με το χέρι, έμπαινε σε ενέργεια «ο εργάτης». Ο εργάτης ήταν ένας κατακόρυφος ξύλινος άξονας, χοντρός στη μέση, λεπτότερος στα άκρα, στερεωμένος πολύ καλά κατά το ένα άκρο στην οροφή και κατά το άλλο άκρο στο δάπεδο της φάμπρικας (φωτ. 5). Τα άκρα του είχαν συνήθως σιδερένιες απολήξεις που του επέτρεπαν να περιστρέφεται. Στο κέντρο του και στο πιο χοντρό σημείο είχε μια μεγάλη οπή από την οποία περνούσε ένα οριζόντιο χοντρό ξύλο που λεγόταν «πασούλι» και σχημάτιζε με τον κάθετο άξονα ένα είδος σταυρού (φωτ. 4).


Στον εργάτη γύρω ήταν προσδεδεμένο στέρεα ένα χοντρό συρματόσχοινο που το έλεγαν «γούμενα» που στο άλλο άκρο είχε έναν ισχυρό σιδερένιο γάντζο (φωτ. 5). Έτσι η διαδικασία του σφιξίματος ήταν η εξής: Ξετύλιγαν τη γούμενα από τον εργάτη και αγκίστρωναν την άκρη της με τον γάντζο στη σιδερένια θηλιά, που όπως είπαμε, υπήρχε στην άκρη της τσίτας. Απ’ αυτό το σημείο άρχιζε το λεγόμενο «σφίξιμο», το οποίο χρειαζόταν δυο τουλάχιστον εργάτες.
Καθένας τους ακουμπούσε σ’ ένα πασούλι και οι δυο μαζί τα έσπρωχναν με δύναμη, ούτως ώστε η γούμενα να περιτυλίσσεται στον εργάτη έλκοντας προς αυτόν την τσίτα. Όταν η τσίτα έφτανε στο τέλος της διαδρομής της δηλ. στον εργάτη, έκαναν «μάινα», δηλ. σταματούσαν το σφίξιμο, τραβούσαν την τσίτα πάλι προς την αρχή της διαδρομής της και ξανάρχιζαν πάλι το σφίξιμο όπως το περιγράψαμε παραπάνω.
Αυτή η διαδικασία συνεχιζόταν με 8-10-12 μάινες, μέχρι το σημείο που το γυμνασμένο χέρι του αλιτριβειδιάρη καταλάβαινε ότι η ζύμη είχε πια πιεστεί αρκετά, είχε ξελαδώσει πλήρως και είχε αποδώσει όλο το πυρηνέλαιο που περιείχε. Τότε σταματούσαν το σφίξιμο, άφηναν λίγο τους ντορμπάδες πιεσμένους να σουρώσουν και μετά ξέσφιγγαν το πλακωτάρι και άδειαζαν τους ντορμπάδες από το περιεχόμενό τους που ήταν η πυρήνα, η οποία έτσι είχε αποδώσει όλο το λάδι που περιείχε.
Κέντρο και ψυχή της λειτουργίας της φάμπρικας ήταν ο λεγόμενος αλιτριβειδιάρης. Λιοτριβάρη τον λένε αλλού. Δηλαδή ο άνθρωπος που προγραμμάτιζε και εκτελούσε όλες τις φάσεις λειτουργίας της φάμπρικας: Αυτός έπρεπε να ζέψει το μουλάρι στη στρώση, να γεμίσει την καφινίδα με ελιές, να επιβλέπει το άλεσμα, να κανονίσει πόσες ελιές έπρεπε να αλεστούν σε κάθε αλεσιά, να ντορμπαδιάσει, να σφίξει, να ξεντορμπαδιάσει, να μετρήσει το λάδι με το κάρτο και την πύργια και γενικά να κάνει όλες τις δουλειές που απαιτούνταν για τη σωστή λειτουργία της φάμπρικας.
Αυτή ήταν και έτσι λειτουργούσε η φάμπρικα στο Λιβαδά του Δήμου Ανατολ. Σελίνου. Ήταν πράγματι ένα καταπληκτικό εργαστήρι έκθλιψης του ελαιοκάρπου. Μια μοναδική βιοτεχνία που λειτουργούσε σαν καλοκουρδισμένο ρολόι κατά τρόπο τέλειο και αποδοτικό.
Όλο το χειμώνα και για όσο διάστημα συνεχιζόταν το μάζεμα των ελιών, οι φάμπρικες αποτελούσαν το κέντρο της ζωής και της δραστηριότητας των ανθρώπων του χωριού. Στις φάμπρικες κατέληγαν κάθε βράδυ τα μουλάρια, φορτωμένα με τις ελιές που είχαν μαζέψει οι μαζώχτρες όλη μέρα. Στις φάμπρικες γινόταν οι βεγγέρες, οι αποσπερίδες και τα νυχτέρια του χωριού. Στις φάμπρικες οι λιβαδιανοί αντάμωναν, αλληλοβοηθούνταν, κουβέντιαζαν τα προβλήματά τους, σχεδίαζαν και προγραμμάτιζαν τις δουλειές της επόμενης μέρας. Πέρα απ’ αυτά όμως, οι φάμπρικες αποτελούσαν και χώρους παραγωγής λαϊκού πολιτισμού αλλά και τόπους διασκέδασης και ψυχαγωγίας, όπου οι παλιότεροι με τις ιστορίες και τα παραμύθια τους, με τα τραγούδια και τα αστεία τους, δημιουργούσαν μοναδικές και ανεπανάληπτες σκηνές λαϊκού πολιτισμού, ενώ ταυτόχρονα διασκέδαζαν, γελούσαν και ξεχνούσαν τον κάματο της ημέρας.
Θέλω να ελπίζω ότι οι παλιότεροι με τούτα τα λόγια θα θυμηθούν τα νιάτα τους και τον αδυσώπητο αγώνα που έκαναν για να ζήσουν και πως οι νεότεροι θα βρουν την… υπομονή να διαβάσουν τούτες τις γραμμές για να δουν τους αγώνες, τους κόπους και τις προσπάθειες των πατέρων και των παππούδων τους στο στίβο της ζωής, γιατί ο δρόμος της ελιάς και του λαδιού από το λιόφυτο ως τη φάμπρικα ήταν ένας αληθινός άθλος, ένας συνεχής και ανεπανάληπτος αγώνας των παλιότερων για την επιβίωσή τους.




Ευχαριστώ θερμά όσους μου έδωσαν στοιχεία και πληροφορίες για τις φάμπρικες του Λιβαδά, ιδιαίτερα δε τους:
1) Ευτυχία Χα Θεοφάνη Παπαδερού
2) Μιχαήλ Γεωργίου Τσουρή και
3) Γεώργιο Νικολάου Τσουρή
Τους εύχομαι υγεία και κάθε καλό.
Τις γραμμές αυτές αφιερώνω εξαιρετικά σε όλους τους αφανείς εργάτες του χωριού, του κάθε χωριού, ιδιαίτερα δε τους κατοίκους του Λιβαδά, ζώντες και τεθνεώτες. Σ’ αυτούς που δούλεψαν και ίδρωσαν στις φάμπρικες. Σ’ αυτούς που φόρτωσαν την κοφινίδια με ελιές, που ντορμπάδιασαν, που ξεντορμπάδιασαν, που ανεβοκατέβασαν το πλακωτάρι με τα ροζιασμένα χέρια τους, που «έσφιξαν» με τα χέρια ή με τον «εργάτη». Σ’ αυτούς που ξεκινούσαν το πρωί τη δουλειά κάνοντας το σταυρό τους και την ευχή «στ’ όνομα του Θεού» και τελείωναν το βράδυ πάλι με το σταυρό και την ευχή «δόξα σοι ο Θεός».
Σ’ αυτούς που, όταν το βράδυ πήγαιναν να κοιμηθούν, δεν σκέφτονταν ούτε τις επιχειρήσεις, ούτε το χρηματιστήριο, ούτε το εύκολο και γρήγορο κέρδος αλλά, όταν η νύστα και η κούραση μαύλιζαν το κορμί και τη ψυχή τους κι ο ύπνος σφράγιζε τα βλέφαρά τους, εκείνοι έφερναν στα όνειρά τους σκηνές με καταπράσινες ελιές, φορτωμένες τον ασημοπράσινο καρπό τους και τον κίτρινο χυμό της ελιάς, το λάδι, να τρέχει από την «τσιβέρα» στο «βρασκί», ίδιο αναλυτό χρυσάφι κι εκείνος.
Σ’ αυτούς τους μοναδικούς ανθρώπους του μόχθου και της καθημερινής βιοπάλης, που πρωταγωνίστησαν στην εποποιία της ελιάς και του λαδιού, αφιερώνονται τούτες οι γραμμές.